Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Τι είναι το Βυζάντιο

Εκτύπωση
Τι είναι το Βυζάντιο

Με τον όρο Βυζάντιο εννοούμε το κράτος που δημιουργήθηκε στα ανατολικά εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Πρέπει να γίνει κατανοητό εξ αρχής, ότι κράτος με την επωνυμία αυτή δεν υπήρξε ποτέ καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορικής διαδρομής του, αλλά είναι δημιούργημα των μοντέρνων ιστορικών.

Οι ίδιοι οι υπήκοοι του κράτους αυτού, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως Ρωμαίους και ο αυτοκράτορας είχε τον επίσημο τίτλο « Εν Χριστώ Βασιλεύς των Ρωμαίων ». Αυτό σημαίνει πως οι λεγόμενοι βυζαντινοί αισθάνονταν οι κληρονόμοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι συνεχιστές της. Από την αίσθηση αυτή προέρχεται και το όνομα Ρωμιοσύνη και η επωνυμία Ρωμιοί, με την οποία αυτοπροσδιορίζονται οι έλληνες ακόμη και σήμερα. Εξάλλου, το όνομα της πρωτεύουσας του κράτους ήταν Νέα Ρώμη, ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει την αίσθηση της συνέχειας με την παλιά Ρώμη που συνείχε τους υπηκόους του, άσχετα αν κατόπιν επικράτησε η ονομασία Κωνσταντινούπολη, προς τιμήν του ιδρυτή της πόλης.

Ποτέ οι αυτοκράτορες του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους δεν αναγνώρισαν άλλο κράτος με την επωνυμία Ρωμαϊκό και αυτός ήταν ένας λόγος της αντιπαράθεσης τους με το κράτος που είναι γνωστό ως Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το οποίο  ίδρυσε ο Καρλομάγνος.
Η ονομασία Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι επινόηση των δυτικών ιστορικών και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ιερώνυμο Βολφ, το 1567. Μετά απ’ αυτόν, καταγράφεται ως κυρίαρχος όρος στην μελέτη της ιστορίας αυτής της κρατικής οντότητας. Η δικαιολόγηση της ονομασίας από τους δυτικούς ιστορικούς, βασίζεται στο σκεπτικό, ότι κατά τον 6ο και 7ο αιώνα συντελούνται τόσο βαθιές αλλαγές στην οργανωτική δομή του κράτους, για παράδειγμα με την αλλαγή της ιδεολογίας που αφορά το πρόσωπο του αυτοκράτορα και την υιοθέτηση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημου γλωσσικού οργάνου, στην κοινωνία, με τις νέες παραγωγικές σχέσεις που συνδέονται με τις καινούργιες εδαφικές πραγματικότητες ως αποτέλεσμα των βαρβαρικών κατακτήσεων στην Δύση, που δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί ο όρος ρωμαϊκός στην κρατική οντότητα που αναδύεται μέσα από τις αλλαγές αυτές. Για να κάνουν διακριτή την διαφορά αυτή λοιπόν, οι ιστορικοί χρησιμοποίησαν τον όρο Βυζαντινό, από το όνομα της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου, πάνω στην οποία κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη.

Για τους προηγούμενους αιώνες δέχονται ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ο όρος Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γιατί το κράτος αυτό διατηρεί ακόμα αρκετά ρωμαϊκά χαρακτηριστικά, με πρώτο απ’ όλα την χρήση της λατινικής γλώσσας.
Ένα ακόμα γεγονός που πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας είναι ότι ο όρος Έλληνας, τουλάχιστον μέχρι την περίοδο των Παλαιολόγων, δεν έχει εθνική σημασία, ούτε χαρακτηρίζει κάποια φυλή ή λαό. Για τους βυζαντινούς σημαίνει τους ειδωλολάτρες,  τους παγανιστές, ενώ κατά τους τελευταίους αιώνες της ιστορικής διαδρομής της αυτοκρατορίας έχει παιδευτικό περιεχόμενο, με την έννοια ότι προσδιορίζει ένα ορισμένο είδος εκπαίδευσης. Η Ελλάδα είναι μια περιορισμένη γεωγραφική περιφέρεια, περίπου μέχρι την σημερινή Θεσσαλία, μια όχι και τόσο σημαντική περιοχή μέσα στα όρια της επικράτειας της αυτοκρατορίας.

Μόνο κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, αρχίζει να σημαίνει τον ελληνικό λαό, που μιλά την ελληνική γλώσσα. Πάντως, ο ιστορικός Κων. Παπαρρηγόπουλος  χρησιμοποιεί τον όρο « Το Μεσαιωνικό κράτος των Ελλήνων », ο οποίος μπορεί να γίνει αποδεκτός αν σκεφθούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες έγραφε ο σημαντικός αυτός ιστορικός μας και την ηγεμονική θέση που κατείχε η ελληνική γλώσσα , ως όργανο της διοίκησης του κράτους και ως μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς.
Τέλος πρέπει να καταρριφθεί και ένα ακόμα στερεότυπο, αυτό που θεωρεί πως η αυτοκρατορία ήταν ένα κλειστό, στατικό και θεοκρατικό κράτος. Η κοινωνία του Βυζαντίου ήταν δυναμική, οι εμπορικές της συναλλαγές περιελάμβαναν όλο τον τότε γνωστό κόσμο, ενώ οι δήθεν διαχωριστικές γραμμές με τον εξωτερικό κόσμο δεν ήταν και τόσο αυστηρά φρουρούμενες.

Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως στον αυτοκρατορικό θρόνο ανήλθαν πολλοί που κατάγονταν από λαούς που οι βυζαντινοί θεωρούσαν βάρβαρους. Η μόνη προυπόθεση που ετίθετο σε κάποιον βάρβαρο, για να σταδιοδρομήσει στην διοικητική μηχανή του κράτους ήταν να βαπτισθεί Χριστιανός και να ορκιστεί πίστη στον αυτοκράτορα. Ο ρατσισμός με την σημερινή έννοια του όρου, ήταν μάλλον άγνωστος στους βυζαντινούς. Μπορεί οι βυζαντινοί να θεωρούσαν βαρβάρους όσους κατοικούσαν έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, αλλά ποτέ δεν έκλεισαν τις πόρτες τους στους πρεσβευτές τους, ούτε αρνήθηκαν να τους συνδράμουν πολιτιστικά και να τους καταστήσουν κοινωνούς του πολιτισμού τους.

Ακόμα και την εγκατάσταση τους στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, υπό καθεστώς αυτονονμίας, μια πρακτική που ξεκίνησε επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, για να ελαττωθούν οι πιέσεις που εξασκούσαν οι λαοί αυτοί και η οποία αργότερα έγινε μια σταθερά της Βυζαντινής διπλωματίας, την αποδέχονταν κάτω από ορισμένους όρους. Είναι γνωστή ή πολιτιστική ακτινοβολία και επιρροή που εξασκούσε το Βυζάντιο σε πολλούς λαούς, όπως επίσης και η κληρονομιά του που υφίσταται ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα στον Ορθόδοξο κόσμο. Το Βυζάντιο είναι μια καθαρά πολυεθνική κοινωνία, που ομογενοποιείται από την θρησκεία και την ελληνική γλώσσα και όχι από την φυλετική καταγωγή.



ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ :

ΑΡΧΗ, ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Για πολλά χρόνια οι ιστορικοί του Βυζαντίου αντιπαρατέθηκαν στο ζήτημα της χρονολογικής αρχής της αυτοκρατορίας. Οι κυριότερες απόψεις ήταν δύο: η πρώτη θεωρούσε πως πρέπει να ορίσουμε ως αρχή της την κτίση της Κωνσταντινούπολης, το 330, ενώ η δεύτερη πως πρέπει να μετατοπίσουμε το χρονικό όριο στα 395, όταν το ρωμαϊκό κράτος διαιρείται σε δύο μέρη και κληροδοτείται στους δύο γιούς του Θεοδοσίου του Α΄. Άλλοι θεωρούν το 476, έτος κατά το οποίο καταλύεται το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, ως αρχή της ανατολικής αυτοκρατορίας και κάποιοι τέλος θεωρούν πως η εποχή του Ηρακλείου, όταν και επιβάλλεται η ελληνική γλώσσα ως επίσημο όργανο της διοίκησης, πρέπει να αποτελεί την αρχή της ιστορικής πορείας του Βυζαντίου.

Αυτές οι απόψεις όμως είναι σκέψεις και θεωρίες των μεταγενέστερων ιστορικών, οι οποίοι βλέπουν το κράτος της Ανατολής σαν μια καινούργια οντότητα και όχι σαν την συνέχεια του παλιού ρωμαϊκού. Από την στιγμή που οι ίδιοι οι υπήκοοι του Βυζαντίου θεωρούν τους εαυτούς τους ως συνεχιστές της παλιάς αυτοκρατορίας και δεδομένου ότι το κράτος αυτό μεγαλύνθηκε κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της αρχαίας Ρώμης, είναι σωστό να ορίσουμε την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, της πρωτεύουσας του κράτους αυτού, ως απαρχή της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Πιο απλά είναι τα πράγματα όσον αφορά το τέλος της αυτοκρατορίας. Αυτή τοποθετείται σχεδόν ομόφωνα στα 1453, όταν η Πόλη καταλαμβάνεται από τους τούρκους. Μερικοί, έλληνες κυρίως μελετητές, τοποθετούν στα 1204, χρονιά της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους λατίνους, το τέλος της αυτοκρατορίας, βασιζόμενοι κυρίως στο γεγονός πως η ελληνική γλώσσα έχει πια σχεδόν διαμορφωθεί και μοιάζει πολύ με την σημερινή γλώσσα. Αυτό όμως δεν φαίνεται σωστό, γιατί η πολιτική και θεσμική οργάνωση του κράτους, μετά την ανάκτηση του το 1261 από τους Παλαιολόγους, συνεχίζει να στηρίζεται στις ίδιες βάσεις με αυτές των προηγουμένων περιόδων.

Όσον αφορά την διαίρεση της ιστορίας του, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους με τις αντίστοιχες υποδιαιρέσεις τους:


Α) Η
Πρωτοβυζαντινή περίοδος : Διαρκεί από το 330 μέχρι το 610 και υποδιαιρείται σε 2 υποπεριόδους, αυτήν που διαρκεί από το 330 έως το 518, κατά την οποία θεμελιώνεται το κράτος και την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού και των διαδόχων του, από το 518 έως το 610, όταν και το κράτος φτάνει στη μέγιστη ακμή του, από εδαφική άποψη.

Β) Η
Μέση Βυζαντινή Περίοδος, που διαρκεί από το 610 έως το 1204. Υποδιαρείται σε τέσσερις περιόδους: Η πρώτη από το 610 έως το 717 έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την ελληνοποίηση του κράτους, με την επιβολή της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχης στη θέση της λατινικής. Η δεύτερη, από το 717 έως το 867 είναι η περίοδος της εικονομαχίας. Η τρίτη, από το 867 έως το 1025 είναι η εποχή της στρατιωτικής και πολιτιστικής αναγέννησης του Βυζαντίου, με την Μακεδονική δυναστεία.  Η τέταρτη και τελευταία, από το 1025 έως το 1204, παρά την σχετική ακμή της εποχής των Κομνηνών, χαρακτηρίζεται από την ταχεία παρακμή του κράτους και την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους.

Γ) Η
Ύστερη Βυζαντινή περίοδος, που διαρκεί από το 1204 έως το 1453, διαιρείται σε δύο περιόδους. Η πρώτη από το 1204 έως το 1261, όταν η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στα χέρια των λατίνων και ιδρύονται διάφορα ελληνικά κράτη στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και η δεύτερη, η Παλαιολόγειος περίοδος , που τελειώνει το 1453 με την πτώση της Πόλης στους τούρκους.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ








30/6/11





Φιλολογία και τέχνη επί Κομνηνών και Αγγέλων [42]





Την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων χαρακτήριζε μια εντατική πολιτιστική δράση στον τομέα της επιστήμης, της φιλολογίας, της αγωγής και της τέχνης. Η δράση ανθρώπων σαν τον Φώτιο (9ος αιώνας), τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αιώνας) και τον Μιχαήλ Ψελλό (11ος αιώνας), το πολιτιστικό περιβάλλον τους, καθώς και η αναζωογόνηση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, που μεταρρυθμίστηκε τον 11ο αιώνα, δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την αναγέννηση του πολιτισμού της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων.
Ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Πολύβιος, οι ρήτορες Ισοκράτης και Δημοσθένης, οι Έλληνες τραγωδοί και ο Αριστοφάνης και άλλοι σπουδαίοι εκπρόσωποι της αρχαίας φιλολογίας γίνονταν αντικείμενα μελέτης και μίμησης από τους συγγραφείς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Η απομίμηση αυτή ήταν φανερή κυρίως στη γλώσσα, η οποία, με την υπερβολική της τάση προς αγνότητα της αρχαίας Αττικής διαλέκτου, έγινε τεχνητή, μεγαλορρήμων και μερικές φορές δυσκολονόητη και ανώμαλη. Γενικά η γλώσσα ήταν τελείως διαφορετική από την ομιλούμενη. Η φιλολογία της εποχής αυτής, όπως λέει ο Bury, ήταν η φιλολογία των ανθρώπων που ήταν «σκλάβοι της παράδοσης. Η σκλαβιά αυτή βεβαίως ήταν δουλεία από ευγενείς κυρίους, αλλά πάντως ήταν δουλεία». Μερικοί όμως συγγραφείς, παρά την ειδικότητά τους στην κλασσική γλώσσα, δεν παραμελούσαν την ομιλούμενη «δημοτική» γλώσσα της εποχής τους και άφησαν πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια στην ομιλούμενη γλώσσα του 12ου αιώνα. Συγγραφείς της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων κατανόησαν την υπεροχή του βυζαντινού πολιτισμού επί του πολιτισμού των λαών της Δύσης, τους οποίους μια πηγή ονομάζει «σκοτεινές και περιπλανώμενες φυλές, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, αν δε γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανατράφηκε τουλάχιστον από αυτήν και που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρη ούτε η μούσα». Φυλές στις οποίες το ευχάριστο τραγούδι φαίνεται σαν «κραυγή από γύπες ή κρωγμός κοράκων».

ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ
Στο φιλολογικό τομέα της εποχής αυτής βρίσκουμε ένα μεγάλο αριθμό σπουδαίων και εκλεκτών συγγραφέων, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών. Η φιλολογική κίνηση επηρέασε επίσης την ίδια την οικογένεια των Κομνηνών, της οποίας πολλά μέλη, υποχωρώντας στην επιρροή αυτή, αφιέρωσαν μέρος του καιρού τους στη μάθηση και τη φιλολογία.
Η πολύ μορφωμένη κι έξυπνη μητέρα του Αλέξιου Α' Κομνηνού, Άννα Θαλασσινή, την οποία η εγγονή της Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει ως «τη μεγαλύτερη δόξα όχι μόνο μεταξύ των γυναικών, αλλά και μεταξύ των ανδρών, καθώς και κόσμημα της ανθρωπότητας», ερχόταν συχνά στα γεύματα με ένα βιβλίο στα χέρια και συζητούσε εκεί δογματικά προβλήματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στον φιλόσοφο και μάρτυρα Μάξιμο.
Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έγραψε μερικές θεολογικές διατριβές κατά των αιρετικών. Οι «Μούσες» του Αλέξιου, που γράφτηκαν λίγο πριν από το θάνατό του, εκδόθηκαν το 1913. Οι «Μούσες» αυτές, αφιερωμένες στο γιο και διάδοχό του Ιωάννη, είναι ένα είδος πολιτικής διαθήκης που δεν αφορά μόνο αφηρημένα προβλήματα ηθικής, αλλά και πολλά σύγχρονά του ιστορικά γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, την Α' Σταυροφορία.
Η κόρη του Αλεξίου, Άννα και ο σύζυγός της Νικηφόρος Βρυέννιος, κατέχουν τιμητική θέση στην ιστοριογραφία του Βυζαντίου. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος, που επέζησε του Αλέξιου και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις υποθέσεις του κράτους υπό τον Αλέξιο και το γιο του Ιωάννη, ήθελε να γράψει μια ιστορία του Αλέξιου Κομνηνού, αλλά ο θάνατος τον εμπόδισε να φέρει σε πέρας το σχέδιό του. Πέτυχε όμως να συνθέσει ένα είδος οικογενειακού χρονικού ή αναμνήσεων, για να δείξει τις αιτίες της ανόδου στην εξουσία του οίκου των Κομνηνών, που φτάνει σχεδόν μέχρι την ενθρόνιση του Αλέξιου. Η λεπτομερής περιγραφή του Βρυέννιου ασχολείται με τα γεγονότα μεταξύ 1070 και 1079, δηλαδή μέχρι τις αρχές της βασιλείας του Νικηφόρου Γ' Βατανιάτη. Επειδή συζητάει τη δράση των μελών του οίκου των Κομνηνών, το έργο του χαρακτηρίζεται από κάποια μεροληψία. Το ύφος του Βρυέννιου είναι μάλλον απλό και δεν έχει τίποτε από την τεχνητή τελειότητα που συναντά κανείς στο έργο της συζύγου του. Η επιρροή του Ξενοφώντα είναι φανερή στο έργο του, το οποίο έχει πολλή σημασία τόσο για την εσωτερική ιστορία της αυλής όσο και για την εξωτερική πολιτική, διαφωτίζοντας κυρίως τα ζήτημα για την αύξηση του τουρκικού κινδύνου.


ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ

Η ικανή και πολύ μορφωμένη σύζυγος του Βρυέννιου, η μεγαλύτερη κόρη του Αλέξιου, Άννα Κομνηνή, είναι η συγγραφέας της «Αλεξιάδας». Η πρώτη αυτή μεγάλη επιτυχία της φιλολογικής αναγέννησης της εποχής των Κομνηνών, είναι αφιερωμένη στην περιγραφή της ένδοξης βασιλείας του πατέρα της Κομνηνής «του Μεγάλου Αλέξιου, του φωτός του σύμπαντος, του ήλιου της Άννας». Ένας βιογράφος της Άννας παρατηρεί ότι «σχεδόν μέχρι τον 19ο αιώνα μια γυναίκα ιστορικός αποτελούσε ένα είδος rara avis». Στα 15 βιβλία του μεγάλου της έργου, η Άννα περιγράφοντας την περίοδο μεταξύ 1069 και 1118, δίνει μια εικόνα της βαθμιαίας ανόδου του οίκου των Κομνηνών κατά την περίοδο πριν την ενθρόνιση του Αλέξιου και επεκτείνει τη διήγησή της μέχρι το θάνατό του, συνεχίζοντας έτσι το έργο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου. Η τάση να εξυψώσει τον πατέρα της είναι φανερή σ’ όλη την «Αλεξιάδα», που προσπαθεί να δείξει στον αναγνώστη την υπεροχή αυτού του «δέκατου τρίτου απόστολου» (δηλαδή του Αλέξιου) σε σχέση με τα άλλα μέλη της οικογένειας των Κομνηνών. Η Άννα είχε μια εξαιρετική αγωγή και είχε διαβάσει πολλούς από τους πιο εκλεκτούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τον Όμηρο, τους λυρικούς, τους τραγωδούς, τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς Θουκυδίδη και Πολύβιο, τους ρήτορες Ισοκράτη και Δημοσθένη και τους φιλόσοφους Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Όλα αυτά επηρέασαν το ύφος της «Αλεξιάδας», στην οποία η Άννα υιοθέτησε την εξωτερική μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και χρησιμοποίησε, όπως λέει ο Krumbacher, μια τεχνητή, σχεδόν τελείως νεκρή, γλώσσα που είναι εντελώς αντίθετη προς τη «δημοτική» (ομιλούμενη) γλώσσα που χρησιμοποιείτο στη φιλολογία της εποχής αυτής.
Η Άννα απολογείται στους αναγνώστες της ακόμα και όταν ονομάζει με βάρβαρα ονόματα τους Δυτικούς ή Ρώσους ηγέτες, τα οποία «παραμορφώνουν την αξία και την αντικειμενικότητα της ιστορίας». Παρά τη μεροληψία που δείχνει η Άννα για τον πατέρα της, δημιούργησε ένα έργο που είναι εξαιρετικά σπουδαίο από ιστορική πλευρά. Ένα έργο που δεν στηρίχθηκε μόνο στην προσωπική παρατήρηση και τις προφορικές πληροφορίες, αλλά και στα στοιχεία των αρχείων του κράτους, της διπλωματικής αλληλογραφίας και των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Η «Αλεξιάδα» αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες πηγές για την ιστορία της Α' Σταυροφορίας. Οι σύγχρονοι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις τους, οι αναμνήσεις αυτές της Άννας παραμένουν ένα από τα πιο σπουδαία έργα της μεσαιωνικής βυζαντινής ιστοριογραφίας και ότι θα παραμείνουν ως η ευγενέστερη ένδειξη του βυζαντινού κράτους, που αναγεννήθηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό. [1]


ΣΕΒΑΣΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΣΣΑΚΙΟΣ

Δεν είναι γνωστό αν ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου Ιωάννης, που διέθεσε σχεδόν όλη του τη ζωή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμφωνούσε ή όχι με τις φιλολογικές τάσεις του περιβάλλοντός του. Ο μικρότερος όμως αδελφός του, ο Σεβαστοκράτορας Ισαάκιος, δεν ήταν μόνο ένας μορφωμένος άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τη φιλολογία, αλλά και ο συγγραφέας δύο μικρών έργων σχετικών με την ιστορία της μεταμόρφωσης των Ομηρικών επών κατά τον Μεσαίωνα, καθώς και της εισαγωγής του Κώδικα της Οκτάτευχου, της βιβλιοθήκης του Seraglia.
Μερικές έρευνες οδηγούν στην υπόθεση ότι τα έργα του Σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού ήταν πολύ πιο ποικίλα από όσο μπορεί να αποδειχθεί με βάση δύο ή τρία δημοσιευθέντα σύντομα κείμενα και ότι στο πρόσωπό του παρουσιάζεται ένας ενδιαφέρων, από πολλές απόψεις, νέος συγγραφέας.


ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, που ενδιαφερόταν πολύ για την Αστρολογία, έγραψε μια πραγματεία, με την οποία υπερασπιζόταν την Αστρολογία από τις επιθέσεις που αυτή υφίστατο από τον Κλήρο, ενώ επιπλέον ήταν ο συγγραφέας πολλών θεολογικών έργων, καθώς και διάφορων αυτοκρατορικών ομιλιών. Λόγω των θεολογικών μελετών του Μανουήλ, ο πανηγυριστής του Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ονομάζει τη βασιλεία του «αυτοκρατορική ιεροσύνη» ή «βασίλειο ιεράτευμα» (Έξοδος 19:6). Ο Μανουήλ δεν ενδιαφερόταν ο ίδιος μόνο για τη φιλολογία και τη θεολογία, αλλά προσπαθούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον και των άλλων. Έστειλε το περίφημο έργο του Πτολεμαίου «Αλμαγέστη», [2] ως δώρο στο βασιλιά της Σικελίας, ενώ συγχρόνως μεταφέρθηκαν μερικά ακόμα χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη του Μανουήλ στη Σικελία. Η πρώτη λατινική μετάφραση του έργου έγινε με βάση το χειρόγραφο, περίπου το 1160. Η γυναικαδέλφη του Μανουήλ Ειρήνη, διακρίθηκε για την αγάπη της στα γράμματα, καθώς και για το φιλολογικό της ταλέντο. Ο ποιητής και πιθανόν δάσκαλός της, Θεόδωρος Πρόδρομος, της αφιέρωσε πολλούς στίχους, ενώ ο Κωνσταντίνος Μανασσής την αποκαλεί «φιλολογιώτατη». Ένας διάλογος κατά των Ιουδαίων, που αποδίδεται μερικές φορές στην εποχή του Ανδρόνικου Α', ανήκει σε μεταγενέστερη περίοδο.
Η σύντομη αυτή σκιαγραφία δείχνει πόσο έντονα είχε ασχοληθεί με τη φιλολογία η δυναστεία των Κομνηνών, αν και το φαινόμενο αυτό εμφανίζει τη γενική εξύψωση του πολιτισμού που εκδηλώθηκε κυρίως με την ανάπτυξη της φιλολογίας και αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της εποχής των Κομνηνών.
Από την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, οι ιστορικοί και οι ποιητές, οι συγγραφείς θεολογικών έργων, οι συγγραφείς που ασχολούνται με την αρχαιότητα και οι χρονογράφοι, άφησαν έργα που δείχνουν τα φιλολογικά ενδιαφέροντα της εποχής.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΙΝΝΑΜΟΣ

Ένας ιστορικός, ο Ιωάννης Κίνναμος, σύγχρονος των Κομνηνών, έγραψε μια ιστορία της βασιλείας του Ιωάννη και του Μανουήλ (1118-1176) που αποτελεί μια συνέχεια του έργου της Άννας Κομνηνής. Η ιστορία αυτή ακολουθεί το παράδειγμα του Ηρόδοτου και του Ξενοφώντα και επηρεάζεται και από τον Προκόπιο. Επειδή το κέντρο της ιστορίας είναι ο Μανουήλ, το έργο αυτό είναι κάπως εγκωμιαστικό. Ο Κίνναμος ήταν θερμός υποστηρικτής των δικαιωμάτων της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και ένας εκ πεποιθήσεως ανταγωνιστής του Πάπα και της αυτοκρατορικής εξουσίας των Γερμανών βασιλέων. Σαν ήρωα του διάλεξε τον Μανουήλ, που του είχε φερθεί ευνοϊκά, αν και η εξιστόρηση των γεγονότων είναι αξιόλογη και βασισμένη στη μελέτη αξιόπιστων πηγών. Το έργο είναι γραμμένο σε πολύ καλή ελληνική γλώσσα και «στο ύφος ενός τίμιου στρατιώτη, γεμάτου από αυθορμητισμό και ειλικρινή ενθουσιασμό για τον αυτοκράτορά του» (Neumann).

ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο Μιχαήλ και ο Νικήτας Ακομινάτοι, δυο αδέλφια από τις Χώνες της Φρυγίας, [3] ήταν εκλεκτές φυσιογνωμίες της φιλολογίας του 12ου και αρχές του 13ου αιώνα. Πολλές φορές είναι γνωστοί (με βάση την πόλη στην οποία γεννήθηκαν) ως Χωνιάτες. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μιχαήλ, που είχε πάρει εξαιρετική κλασσική μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, διάλεξε την εκκλησιαστική σταδιοδρομία και έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών για 30 χρόνια και πλέον. Ενθουσιώδης θαυμαστής της ελληνικής αρχαιότητας, έμενε στο κτίριο της Επισκοπής, στην Ακρόπολη, όπου το Μεσαίωνα, βρισκόταν ο Καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας. Ο Μιχαήλ ένιωθε εξαιρετικά ευτυχής που μπορούσε να ζει στην Ακρόπολη, από όπου νόμιζε ότι έφτανε «στην κορυφή των ουρανών». Ο Καθεδρικός του Ναός ήταν γι’ αυτόν μια συνεχής πηγή ικανοποίησης κι ενθουσιασμού. Έβλεπε την πόλη και το λαό της σαν να ήταν ένας σύγχρονος του Πλάτωνα και γι’ αυτό ενδιαφερόταν πολύ να δει να γεφυρώνεται το τρομερό χάσμα που χώριζε τον πληθυσμό της Αθήνας της εποχής του από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Μιχαήλ ήταν ένας ιδεολόγος και δεν μπορούσε να εκτιμήσει κατάλληλα την εξέλιξη και επίτευξη των εθνογραφικών μεταβολών της Ελλάδας.
Ο ιδεαλισμός του συγκρουόταν με τη σκληρή πραγματικότητα και γι’ αυτό έλεγε: «Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά».
Ο λαμπρός λόγος, που εκφώνησε με την ευκαιρία της ενθρόνισής του μπροστά στους Αθηναίους που μαζεύτηκαν στον Παρθενώνα, ήταν, όπως ο ίδιος λέει, ένα δείγμα απλότητας ύφους. Με το λόγο του αυτόν υπενθύμισε στους ακροατές του την παλιά μεγαλοπρέπεια της πόλης, εξέφρασε τη σταθερή του πίστη στη γενεαλογική συνέχεια των Αθηναίων, από την αρχαιότητα μέχρι τότε, παρότρυνε τους Αθηναίους να είναι προσκολλημένοι στις ευγενείς συνήθειες και τον ευγενή τρόπο ζωής των προγόνων τους και παρουσίασε τα παραδείγματα του Αριστείδη, του Διογένη, του Περικλή, του Θεμιστοκλή και άλλων. Η ομιλία αυτή όμως, φτιαγμένη στην πραγματικότητα σ’ ένα ύφος ανώτερο, γεμάτη από αρχαία βιβλικά αποσπάσματα και εξωραϊσμένη με μεταφορές και αλληγορίες, έμεινε ακατανόητη και σκοτεινή για τους ακροατές του νέου Μητροπολίτη. Η ομιλία αυτή ξεπερνούσε τις δυνατότητες των Αθηναίων του 12ου αιώνα, πράγμα που δεν αντιλήφθηκε ο Μιχαήλ. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα κηρύγματά του αναφωνεί με βαθειά λύπη: «Ω! πόλη των Αθηνών! Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί!... Όταν σου μιλούσα, με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, απλά και φυσικά, φαινόταν σαν να είχα μιλήσει για κάτι το ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα, των Περσών ή των Σκύθων». Ο μορφωμένος Μιχαήλ Ακομινάτος σύντομα έπαψε να βλέπει τους σύγχρονους Αθηναίους τους άμεσους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. «Η εξαιρετική ωραιότητα της χώρας», γράφει, «έχει διατηρηθεί: ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά». Κυκλωμένος από βάρβαρους, ο Μιχαήλ φοβόταν μήπως γίνει και ο ίδιος βάρβαρος και απολίτιστος και θρηνούσε το κατάντημα της ελληνικής γλώσσας που είχε γίνει ένα είδος βάρβαρης διαλέκτου, την οποία κατόρθωσε να καταλάβει μόνο ύστερα από παραμονή 3 ετών στην Αθήνα. Είναι πιθανόν ο Μιχαήλ να υπερβάλλει τα πράγματα, αλλά δεν απέχει από την πραγματικότητα όταν γράφει ότι η Αθήνα υπήρξε μια λαμπρή πόλη που δεν ζούσε πια. Το όνομα των Αθηναίων θα είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, αν δεν είχε εξασφαλιστεί η συνεχής του ύπαρξη από τα έργα του παρελθόντος και από τα φημισμένα μέρη της, την Ακρόπολη, τον Άρειο Πάγο, τον Υμηττό και τον Πειραιά, τα οποία σαν ένα αμετάβλητο έργο της φύσης στέκονται πέρα από τις μεταβολές και τις καταστροφές του χρόνου.
Ο Μιχαήλ έμεινε στην Αθήνα μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα. Μετά την ανάκτηση της πόλης από τους Φράγκους, το 1204, αναγκάστηκε να παραχωρήσει την έδρα του σ’ ένα Λατίνο Επίσκοπο και να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μικρό νησί Κέα, κοντά στις ακτές της Αττικής, όπου και θάφτηκε μετά το θάνατό του το 1220 ή το 1222.
Ο Μιχαήλ Ακομινάτος άφησε μια πλούσια φιλολογική κληρονομιά σε ομιλίες και κηρύγματα για διάφορα θέματα, καθώς και πολυάριθμα γράμματα και μερικά ποιήματα που δίνουν σπουδαίες πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και φιλολογική ζωή της εποχής του. Από τα ποιήματά του, την πρώτη θέση κατέχει ένα ιαμβικό ελεγείο γραμμένο προς τιμή της Αθήνας που αποτελεί «τον πρώτο και τον μόνο, ίσως, θρήνο των ερειπίων της παλιάς ένδοξης πόλης». Ο Gregorovius ονομάζει τον Μιχαήλ Ακομινάτο ακτίνα ηλίου όπου φώτισε το σκοτάδι της Αθήνας του Μεσαίωνα, καθώς και «τελευταίο μεγάλο πολίτη και τελευταία δόξα αυτής της πόλης των σοφών». Ένας άλλος συγγραφέας λέει ότι ο Μιχαήλ «αλλοδαπός εκ γενετής, ταύτισε τόσο πολύ τον εαυτό του με τη νέα του πατρίδα ώστε μπορούμε να τον ονομάσουμε ως τον τελευταίο των μεγάλων Αθηναίων, που αξίζει να σταθεί κοντά σ’ αυτές τις ευγενείς φυσιογνωμίες, των οποίων το παράδειγμα πρόβαλλε τόσο πολύ στο ποίμνιό του». Στον βαρβαρισμό που έπνιγε την Αθήνα, για τον οποίον μιλάει ο Μιχαήλ, καθώς και στη διαφθορά της ελληνικής γλώσσας, μπορεί να δει κανείς μερικά ίχνη της σλάβικης επιρροής.


ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ

Ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ, Νικήτας Ακομινάτος ή Χωνιάτης, κατέχει την πιο σπουδαία θέση ανάμεσα στους ιστορικούς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Γεννημένος στα μέσα του 12ου αιώνα, στις Χωνές της Φρυγίας, ο Νικήτας, όπως και ο αδελφός του, στάλθηκε από παιδί στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε κάτω από την καθοδήγηση του μεγαλύτερου αδελφού Μιχαήλ. Ενώ ο Μιχαήλ αφιερώθηκε στην Εκκλησία, ο Νικήτας διάλεξε μια κοσμική σταδιοδρομία, που την άρχισε υπό τον Μανουήλ για να φτάσει στα ανώτατα αξιώματα την εποχή των Αγγέλων. Αφού αναγκάστηκε να φύγει από την πρωτεύουσα μετά τη λεηλασία της από τους Σταυροφόρους το 1204, κατέφυγε στην αυλή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρου Λάσκαρη, ο οποίος τον αποκατέστησε στις παλιές του τιμές και διακρίσεις, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αφιερώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην προσφιλή του φιλολογική εργασία και να τελειώσει τη μεγάλη του ιστορία. Ο Νικήτας πέθανε στη Νίκαια αμέσως μετά το 1210. Ο Μιχαήλ επέζησε του Νικήτα και έγραψε, με την ευκαιρία του θανάτου του αδελφού του, ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο, που είναι πολύ σπουδαίος, όσον αφορά τη βιογραφία του Νικήτα.
Το μεγαλύτερο φιλολογικό του κατόρθωμα είναι το μεγάλο ιστορικό έργο. Σε 20 βιβλία, που παρουσιάζουν τα γεγονότα από την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού μέχρι τα πρώτα έτη της Λατινικής αυτοκρατορίας (1118-1206). Το έργο του Νικήτα είναι μια ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του Μανουήλ, την ενδιαφέρουσα βασιλεία του Ανδρόνικου, την εποχή των Αγγέλων, την Δ' Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. H αρχή της ιστορίας του, που ασχολείται με την εποχή του Ιωάννη Κομνηνού, είναι πολύ σύντομη. Το έργο διασπάται με ένα δευτερεύον γεγονός και δεν παρουσιάζει πλήρες σύνολο. Ίσως, λέει ο Uspensky, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην πλήρη του μορφή. Για την ιστορία του ο Νικήτας αναγνωρίζει δύο μόνο πηγές: τις διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων και την προσωπική παρατήρηση. Οι γνώμες των ιστορικών ποικίλουν ως προς το κατά πόσο ο Νικήτας χρησιμοποίησε τον Ιωάννη Κίνναμο ως πηγή του. Η ιστορία του Νικήτα είναι γραμμένη σ’ ένα πληθωρικό, εύγλωττο και γραφικό ύφος, που αποδεικνύει βαθειά γνώση τόσο της αρχαίας φιλολογίας όσο και της θεολογίας. Παρόλα αυτά, όμως, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει τελείως διαφορετική γνώμη για το ύφος του.
Παρά την ύπαρξη κάποιας μεροληψίας στην περιγραφή των γεγονότων της μιας ή της άλλης βασιλείας, ο Νικήτας, που ήταν σταθερά πεπεισμένος για την πλήρη υπεροχή «των Ρωμαίων» επί των βαρβάρων της Δύσης, αποτελεί ως ιστορικός κάτι που αξίζει να το προσέξουμε με εμπιστοσύνη και προσοχή. Στην ειδική μονογραφία που έχει γράψει ο Uspensky για τον Νικήτα Χωνιάτη, αναφέρει ότι «ο Νικήτας αξίζει να μελετηθεί έστω και για τον απλό λόγο ότι στην ιστορία του ασχολείται με την πιο σπουδαία εποχή του Μεσαίωνα, οπότε οι εχθρικές σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης είχαν φτάσει στο ανώτερο σημείο τους για να ξεσπάσουν στις Σταυροφορίες και την ίδρυση της Λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Οι γνώμες του για τους Σταυροφόρους της Δύσης και για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης διακρίνονται από μια βαθειά αλήθεια και μια ευφυή ιστορική διορατικότητα, την οποία δε βρίσκουμε στα καλύτερα έργα της μεσαιωνικής φιλολογίας της Δύσης».
Εκτός από την «Ιστορία» του, ο Νικήτας Χωνιάτης έχει πιθανόν γράψει μια μικρή διατριβή σχετική με τα αγάλματα που καταστράφηκαν το 1204, από τους Λατίνους στην Κωνσταντινούπολη, μερικά έργα ρητορικής φύσης, προς τιμή διαφόρων αυτοκρατόρων, καθώς και μια θεολογική διατριβή, τον «Θησαυρό Ορθοδοξίας». Το τελευταίο αυτό έργο, που είναι συνέχεια της «Πανοπλίας» του Ευθύμιου Ζιγαβηνού, γράφτηκε μετά από μελέτη πολλών συγγραφέων και έχει ως αντικείμενο την ανασκευή ενός μεγάλου αριθμού αιρετικών πλανών.

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

Ανάμεσα στους εκλεκτούς εκπροσώπους του πολιτισμού του 12ου αιώνα, ανήκει κι ο ικανός δάσκαλος και φίλος του Μιχαήλ Χωνιάτη, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, «η πιο φτωχή φυσιογνωμία του κόσμου των γραμμάτων του Βυζαντίου, από την εποχή του Μιχαήλ Ψελλού» (Gregorovius). Μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε διάκονος της Αγίας Σοφίας και υπήρξε διδάσκαλος της ρητορικής. Τα περισσότερα από τα έργα του τα έγραψε εκεί, αλλά τα ιστορικά του έργα και διάφορες άλλες εργασίες τις επεξεργάστηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Το σπίτι του Ευστάθιου στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένα είδος σχολής για νέους σπουδαστές και έγινε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονταν τα καλύτερα πνεύματα της πρωτεύουσας, καθώς και νέοι που διψούσαν για μάθηση. Σαν θρησκευτικός ηγέτης της Θεσσαλονίκης, που ερχόταν (ως προς τη σπουδαιότητα) αμέσως μετά την πρωτεύουσα, ο Ευστάθιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος από τη δραστηριότητά του στην εξύψωση του πνευματικού και ηθικού επιπέδου των συνθηκών του μοναστηριακού βίου της εποχής του, με αποτέλεσμα μερικές φορές να δημιουργεί εχθρούς μεταξύ των μοναχών. Από την πολιτιστική πλευρά έχουν πολύ ενδιαφέρον οι επανειλημμένες εκκλήσεις τους προς τους μοναχούς, να μη σπαταλούν τους θησαυρούς των βιβλιοθηκών. Ο Ευστάθιος πέθανε μεταξύ του 1192 και του 1194. Ο μαθητής και φίλος του Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, τίμησε τη μνήμη του με ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο.
Συνετός παρατηρητής της πολιτικής ζωής της εποχής του, καταρτισμένος θεολόγος που με θάρρος αναγνώριζε την κατάπτωση της μοναστικής ζωής, καθώς και βαθύς λόγιος, του οποίου οι γνώσεις σχετικά με την αρχαία φιλολογία του εξασφάλιζαν μια τιμητική θέση όχι μόνο στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, αλλά και στην ιστορία της κλασικής φιλολογίας, ο Ευστάθιος είναι αναμφίβολα μια εκλεκτή προσωπικότητα της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου του 12ου αιώνα. Το πνευματικό του κληροδότημα μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες: στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα εκτενή και λεπτομερή του σχόλια της Ιλιάδας, της Οδύσσειας, του Πίνδαρου και μερικών άλλων, ενώ στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τα έργα που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη: η ιστορία της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, το 1185, η σημαντική του αλληλογραφία, η διατριβή του σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις της μοναχικής ζωής, ένας λόγος που γράφτηκε με την ευκαιρία του θανάτου του αυτοκράτορα Μανουήλ και άλλα συγγράμματα.

ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ

Στα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα, έζησε στη Βουλγαρία ένας πολύ σπουδαίος θεολόγος, ο Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο οποίος γεννήθηκε στην Εύβοια και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διάκονος στην Αγία Σοφία. Μορφώθηκε πολύ καλά από τον περίφημο Μιχαήλ Ψελλό και διορίστηκε πιθανόν από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, στη Βουλγαρία, που την εποχή αυτή βρισκόταν κάτω από την εξουσία του Βυζαντίου. Κάτω από τις αυστηρές και βάρβαρες συνθήκες ζωής της Βουλγαρίας, ο Θεοφύλακτος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη ζωή που ζούσε πριν στην Κωνσταντινούπολη και ευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής του να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Η ευχή του όμως δεν εκπληρώθηκε και πέθανε στη Βουλγαρία στις αρχές του 12ου αιώνα (περίπου το 1108). Υπήρξε ο συγγραφέας μερικών θεολογικών έργων και τα σχόλιά του που αναφέρονται στα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ιδιαίτερα γνωστά. Για εμάς όμως η πιο σημαντική φιλολογική κληρονομιά που μας άφησε ο Θεοφύλακτος είναι οι επιστολές του και το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων. Σχεδόν όλα τα γράμματα γράφτηκαν μεταξύ του 1091 και του 1108 και δίνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα της ζωής των επαρχιών του Βυζαντίου. Οι επιστολές αυτές ελκύουν το ενδιαφέρον αν και δεν έχουν προσεχτικά μελετηθεί σε σχέση με την εσωτερική ιστορία της αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων υπήρξε σημαντικό λόγω των συμβιβαστικών τάσεων που παρουσιάζει σε σχέση με την Καθολική Εκκλησία.

ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο Μιχαήλ Θεσσαλονίκης έζησε κι έγραψε στη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως διάκονος και καθηγητής της ερμηνείας των Ευαγγελίων, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, αλλά τελικά καταδικάστηκε ως αιρετικός και στερήθηκε όλων των τίτλων του. Συνέγραψε μερικές ομιλίες προς τιμή του Μανουήλ, η τελευταία από τις οποίες εκφωνήθηκε ως επικήδειος, λίγες μέρες μετά το θάνατο του αυτοκράτορα. Οι ομιλίες του Μιχαήλ δίνουν μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του.
Στα μέσα του 12ου αιώνα, γράφτηκε ο διάλογος Τιμαρίων, κατά τα πρότυπα των νεκρικών διαλόγων του Λουκιανού, ο οποίος συνήθως θεωρείται ως ανώνυμος και του οποίου συγγραφέας θεωρείται ο Τιμαρίων. Ο Τιμαρίων περιγράφει την ιστορία της μετάβασής του στον Άδη και παρουσιάζει τις συζητήσεις του με τους νεκρούς που συνάντησε εκεί. Είδε στον Άδη τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διγενή, τον Ιωάννη Ιταλό, τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο και άλλους. Ο «Τιμαρίων», ο οποίος αναμφίβολα αποτελεί το καλύτερο έργο απομίμησης του Λουκιανού, είναι γεμάτος από δύναμη και χιούμορ. Εκτός όμως από αυτό, το έργο τούτο της εποχής των Κομνηνών αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή για την εσωτερική ζωή του Βυζαντίου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΕΤΖΗΣ

Ένας άλλος σύγχρονος των Κομνηνών, ο Ιωάννης Τζέτζης, που πέθανε πιθανόν στα τέλη του 12ου αιώνα, είναι πολύ σπουδαίος από άποψη φιλολογική, ιστορική και πολιτική, καθώς και από την άποψη της κλασσικής αρχαιότητας. Μορφώθηκε φιλοσοφικά πολύ καλά στην πρωτεύουσα και για ένα διάστημα υπήρξε καθηγητής της γραμματικής. Μετά αφιερώθηκε στη φιλοσοφική δράση, από την οποία και συντηρείτο. Στα έργα του ο Ιωάννης Τζέτζης δεν παραλείπει να αναφέρει τις συνθήκες της ζωής του, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο του 12ου αιώνα που ζει χάρη στο φιλολογικό του έργο, που συνεχώς αγωνίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία, που υπηρετεί τους πλούσιους και τους αγενείς, αφιερώνοντάς τους τα έργα του, και που συχνά αγανακτεί για τη μικρή αναγνώριση των υπηρεσιών του. Κάποια μέρα βρέθηκε σε τόση ανάγκη που δεν του έμεινε κανένα από τα βιβλία του, εκτός από τον Πλούταρχο. Μη διαθέτοντας χρήματα, μερικές φορές, δεν διέθετε ούτε βιβλία και, βασιζόμενος πολύ στη μνήμη του, έκανε πολλά ιστορικά σφάλματα γράφοντας τα έργα του. Σ’ ένα από τα έργα του γράφει: «Για μένα βιβλιοθήκη είναι το κεφάλι μου. Μη έχοντας καθόλου χρήματα, δεν έχω βιβλία και επομένως δεν μπορώ να ονομάσω ακριβώς τον συγγραφέα». Σ’ ένα άλλο του έργο, αναφερόμενος στη μνήμη του, γράφει ότι «ο Θεός δεν έχει φανερώσει άλλον άνθρωπο, παλαιότερα ή τώρα, με μεγαλύτερη μνήμη απ’ αυτήν του Τζέτζη». Η επαφή του Τζέτζη με αρχαίους και βυζαντινούς συγγραφείς ήταν πραγματικά πολύ αξιόλογη. Γνώριζε πολλούς ποιητές, δραματικούς, ιστορικούς, ρήτορες, φιλοσόφους, γεωγράφους και φιλόλογους και κυρίως τον Λουκιανό. Τα έργα του, γραμμένα σε ύφος ρητορικό και φορτωμένα από μυθολογία και ιστορικά αποσπάσματα, είναι δύσκολα και μάλλον χωρίς ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Ανάμεσα στα πολλά του έργα βρίσκουμε τη συλλογή των 107 επιστολών του, οι οποίες, παρά τα φιλολογικά τους σφάλματα, έχουν κάποιο ενδιαφέρον τόσο για τη βιογραφία του συγγραφέα τους όσο και για τη βιογραφία των προσώπων στα οποία απευθύνονται. Μια «Βίβλος ιστοριών», γραμμένη σε λαϊκό ύφος, σε στίχους δηλαδή που είναι γνωστοί ως «πολιτικοί», αποτελείται από 12.000 γραμμές και πλέον και είναι ένα ποιητικό έργο με ιστορικό και φιλολογικό χαρακτήρα. Επειδή ο συγγραφέας διαίρεσε το έργο, για ευκολότερη χρήση του, σε τμήματα από χίλιες γραμμές, ονομάζεται συνήθως «χιλιάδες». Οι ιστορίες ή οι χιλιάδες του Ιωάννη Τζέτζη περιγράφονται από τον Krumbacher σαν «τίποτε άλλο από ένα τεράστιο σχόλιο σε στίχους των επιστολών του, τις οποίες εξηγεί γράμμα προς γράμμα. Οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των επιστολών του και των ‘χιλιάδων’ είναι τόσο στενές ώστε το ένα πράγμα να μπορεί να θεωρηθεί σαν λεπτομερής δείκτης του άλλου». Το γεγονός αυτό και μόνο στερεί τις «χιλιάδες» από οποιαδήποτε μεγάλη φιλολογική σημασία. Ένας άλλος επιστήμονας, ο Vasilievsky, παρατηρεί ότι «οι ‘χιλιάδες’, από φιλολογική άποψη, είναι πλήρης ανοησία αν και μερικές φορές εξηγούν ό,τι έχει παραμείνει σκοτεινό στον πεζό λόγο», δηλαδή στις επιστολές του Τζέτζη. Ένα άλλο εκτενές έργο του Τζέτζη είναι οι Αλληγορίες του που αφιερώνονται στη σύζυγο του αυτοκράτορα Μανουήλ, τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Βέρθα-Ειρήνη, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει «ομηρικότατη», δηλαδή τη μεγαλύτερη θαυμάστρια του Ομήρου. Αρχίζοντας τις Αλληγορίες του ο Τζέτζης λέει με έπαρση ότι θα κάνει τον Όμηρο προσιτό για όλους τους ανθρώπους που θα εισχωρήσουν στα αόρατα βάθη της σοφίας του. Το έργο αυτό, όπως λέει ο Vasilievsky, δεν στερείται μόνο καλού γούστου, αλλά και κοινής λογικής. Εκτός από τα έργα αυτά, ο Ιωάννης Τζέτζης άφησε μερικά συγγράμματα σχετικά με τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Αριστοφάνη, μερικά ποιήματα και μερικά άλλα έργα.
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, προκύπτει φυσικά το ερώτημα αν ο Ιωάννης Τζέτζης έχει καμιά σημασία για την πολιτιστική κίνηση του 12ου αιώνα. Έχοντας όμως κατά νου τον εξαιρετικό ζήλο με τον οποίον συνέλεγε το υλικό του, τα έργα του αποτελούν μια πλούσια πηγή αρχαιολογικών σημειώσεων που είναι σημαντικές για την κλασσική φιλολογία. Επιπλέον, η μέθοδος της εργασίας του συγγραφέα και η εκτενής επαφή του με την κλασσική φιλολογία, οδηγεί σε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τον χαρακτήρα της φιλολογικής «αναγέννησης» της εποχής των Κομνηνών.

ΙΣΑΑΚ ΤΖΕΤΖΗΣ

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ισαάκ Τζέτζης, που ασχολήθηκε με τη φιλολογία και τη μετρική, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί. Στη φιλολογία όμως «οι αδελφοί Τζέτζη» αναφέρονται συχνά με τέτοιο τρόπο που νομίζει κανείς ότι και οι δύο είχαν την ίδια αξία. Στην πραγματικότητα, ο Ισαάκ Τζέτζης δεν διακρίθηκε για τίποτε και γι’ αυτό θα ήταν πιο σωστό να πάψουμε να αναφερόμαστε στους «αδελφούς Τζέτζη».

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της εποχής των τριών πρώτων Κομνηνών, και κυρίως του Ιωάννη και του Μανουήλ, είναι ο πολύ μορφωμένος ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος, όπως πολλές φορές αποκαλεί ο ίδιος τον εαυτό του με ένα πνεύμα μιας μάλλον παρεξηγημένης ταπείνωσης. Τα διάφορα έργα του Προδρόμου παρέχουν πολύ υλικό για μελέτη στον φιλόλογο, τον φιλόσοφο, τον θεολόγο και τον ιστορικό. Αν και τα δημοσιευμένα έργα, που αποδίδονται στον Πρόδρομο, είναι πολυάριθμα, όμως διατηρείται ανάμεσα στα χειρόγραφα των διαφόρων βιβλιοθηκών της Δύσης και της Ανατολής αρκετό υλικό που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί. Προς το παρόν η προσωπικότητα του Προδρόμου δημιουργεί στους ιστορικούς πολλά ζητήματα, επειδή δεν έχει ξεκαθαριστεί σε ποιον πράγματι ανήκουν τα πολυάριθμα άεργα που αποδίδονται στον Πρόδρομο, με βάση τα χειρόγραφα. Μια ομάδα ειδικών αναγνωρίζει δυο συγγραφείς με το όνομα Πρόδρομος, μιας άλλη τρεις και μια τρίτη μόνον ένα. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί ακόμα και πιθανόν η λύση του θα είναι δυνατή μόνο αφού δημοσιευθεί όλη η φιλολογική κληρονομιά που σχετίζεται με το όνομα του Προδρόμου.
Η καλύτερη περίοδος της δράσης του Προδρόμου υπήρξε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ο θείος του, γνωστός με το μοναστικό του όνομα Ιωάννης, υπήρξε Μητροπολίτης Κιέβου (Ιωάννης Β') στη Ρωσία και, όπως αναφέρει το 1089 ένας Ρώσος χρονογράφος, ο Ιωάννης ήταν «ένας άνθρωπος που χρησιμοποιούσε με ικανότητα τα βιβλία, μορφωμένος, αλλά και ελεήμων για τους φτωχούς και τις χήρες». Ο Πρόδρομος πέθανε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1150 περίπου.
Ο Πρόδρομος, όπως λέει ο Diehl, ανήκε σε μια ξεπεσμένη τάξη της πρωτεύουσας, στο φιλολογικό προλεταριάτο, που αποτελείτο από έξυπνους, καλλιεργημένους και διακεκριμένους ανθρώπους, που η ζωή με τη δριμύτητά της είχε ταπεινώσει. Έχοντας γνωριμίες στους κύκλους της αυλής και με την αυτοκρατορική οικογένεια, αλλά και με ανώτερους και ισχυρούς υπαλλήλους του κράτους, αυτοί οι φτωχοί συγγραφείς αγωνίζονταν με δυσκολία να αποκτήσουν προστάτες, των οποίων η γενναιοδωρία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα βιοποριστικά. Όλη η ζωή του Προδρόμου πέρασε με μια προσπάθεια να βρει προστάτες, με ένα συνεχή αγώνα εναντίον της φτώχειας, της αρρώστιας και των γερατειών καθώς και με αιτήσεις για υποστήριξη. Γι’ αυτό και δεν φείδεται κολακειών και ταπεινών εκφράσεων, άσχετα με το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για υποστήριξη ή η κολακεία. Πρέπει όμως να εκτιμηθεί το γεγονός ότι ο Πρόδρομος έμεινε για πάντα σχεδόν πιστός σ’ ένα πρόσωπο, που ήταν η γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη.
Η κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, σαν τον Πρόδρομο, ήταν μερικές φορές πολύ δύσκολη. Σ’ ένα ποίημα, π.χ., που αποδιδόταν στον Πρόδρομο, παρουσιάζεται ο συγγραφέας του να εκφράζει τη λύπη του γιατί δεν είναι τσαγκάρης ή ράφτης, βαφέας ή αρτοπώλης, εφόσον αυτοί έχουν κάτι να φάνε. Ο συγγραφέας όμως δέχεται από τον πρώτο που συναντά την ειρωνική απάντηση: «Φάγε τα συγγράμματά σου και συντηρήσου από αυτά, αγαπητέ! Μάσησε άπληστα τα γραπτά σου! Βγάλε τα εκκλησιαστικά σου ενδύματα και γίνου εργάτης!».
Πάρα πολλά έργα με διαφορετικό χαρακτήρα έχουν διασωθεί με το όνομα του Προδρόμου, ο οποίος ήταν μυθιστοριογράφος, αγιογράφος, ρήτορας, συγγραφέας επιστολών, ενός αστρολογικού ποιήματος, θρησκευτικών ποιημάτων, φιλοσοφικών έργων, σάτυρων και χιουμοριστικών έργων. Πολλά από τα έργα του αποτελούν συνθέσεις που έγιναν με την ευκαιρία νικών, γεννήσεων, θανάτων, γάμων κλπ. και είναι πολύ σπουδαία για τους υπαινιγμούς που κάνουν για τις προσωπικότητες και τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, καθώς και για τις πληροφορίες που δίνουν σχετικά με τη ζωή των κατώτερων τάξεων της πρωτεύουσας. Ο Πρόδρομος υπέστη συχνά σοβαρές επικρίσεις από τους ειδικούς που τονίζουν τη «φτώχεια των θεμάτων» του και την «αηδιαστική εξωτερική μορφή των ποιημάτων του», λέγοντας ότι «η ποίηση δεν μπορεί να απαιτηθεί από συγγραφείς που γράφουν για να κερδίσουν το ψωμί τους». Η επίκριση όμως αυτή γίνεται με βάση τα χειρότερα και δυστυχώς πιο γνωστά του έργα, όπως είναι το μεγάλο στομφώδες ποιητικό του μυθιστόρημα «τα κατά Ροδάνθη και Δοσικλέα», το οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ως απελπιστικά μονότονο έργο που η ανάγνωσή του αποτελεί πραγματική δοκιμασία. Η γνώμη αυτή όμως δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία λέξη. Μια γενική επισκόπηση του έργου του, μαζί με τα πεζά έργα του, τους σατυρικούς διαλόγους, τους λίβελους και τα επιγράμματα (στα οποία ακολουθεί τα καλύτερα υποδείγματα της αρχαιότητας και κυρίως τον Λουκιανό) οδηγεί στην υπέρ του Πρόδρομου αναθεώρηση της γενικής κρίσης του φιλολογικού του έργου. Στα έργα αυτά υπάρχουν θαυμάσιες και λεπτές παρατηρήσεις για την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, οι οποίες αναμφίβολα αποτελούν ενδιαφέρουσες πηγές για την κοινωνική ιστορία γενικά και για την ιστορία της φιλολογίας ειδικά. Ο Πρόδρομος αξίζει να τον προσέξουμε και για μια άλλη πολύ σπουδαία συμβολή του. Σε μερικά από τα έργα του, κυρίως στα χιουμοριστικά, εγκατέλειψε τη χρήση της τεχνικής κλασικής γλώσσας και χρησιμοποίησε την ομιλούμενη ελληνική του 12ου αιώνα, στην οποία άφησε πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια. Γι’ αυτό και πρέπει να τον ευγνωμονούμε. Οι καλύτεροι Βυζαντινολόγοι της εποχής μας αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις που παρουσιάζει, ο Πρόδρομος ανήκει αναμφίβολα στα αξιοπαρατήρητα φαινόμενα της βυζαντινής φιλολογίας και είναι (όσο λίγοι Βυζαντινοί είναι) μια διακεκριμένη φιλολογική και ιστορική προσωπικότητα. [4]


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΙΛΒΗΣ

Την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων έζησε κι ο Κωνσταντίνος Στιλβής, ένας ανθρωπιστής, για τον οποίον γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα. Μορφώθηκε πολύ καλά, έγινε διδάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα πήρε τον τίτλο του Διδασκάλου της Φιλολογίας. Είναι γνωστό ότι συνέθεσε 35 ποιήματα. Από αυτά, το πιο γνωστό είναι ένα σχετικό με τη μεγάλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης (της 25ης Ιουλίου του 1197), ποίημα που αποτελεί και την πρώτη αναφορά αυτού του γεγονότος. Το ποίημα αποτελείται από 938 στίχους και δίνει πολλές πληροφορίες για την τοπογραφία, την κατασκευή και τις συνήθειες της πρωτεύουσας της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Σε άλλο του ποίημα, ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφει μια άλλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης που συνέβη το 1198. Τα έργα αυτού του συγγραφέα διατηρούνται σε πολλές βιβλιοθήκες της Ευρώπης κι η προσωπικότητά του ασφαλώς αξίζει να μελετηθεί περισσότερο.


ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΙ

Την εποχή των Κομνηνών έχουμε επίσης αρκετούς εκπροσώπους του βυζαντινού χρονικού, οι οποίοι αρχίζουν τη διήγησή τους με τη Δημιουργία του κόσμου. Ο Γεώργιος Κεδρηνός, που έζησε την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού, διηγείται γεγονότα που φτάνουν στις αρχές της βασιλείας του Ισαάκιου Κομνηνού, το 1057. Η περιγραφή των γεγονότων μετά το 811 είναι σχεδόν απαράλλακτη με αυτήν του χρονογράφου του 11ου αιώνα Ιωάννη Σκυλίτση. Ο Ιωάννης Ζωναράς, κατά τον 12ο αιώνα, δεν έγραψε ένα συνηθισμένο ξερό χρονικό, αλλά ένα εγχειρίδιο παγκόσμιας ιστορίας, που προοριζόταν για την εκπλήρωση ανώτερων απαιτήσεων και το οποίο στηριζόταν σε αξιόπιστες πηγές. Ο Ζωναράς διηγείται τα γεγονότα μέχρι την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού (1118). Το χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή, που γράφηκε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα σε στίχους και το οποίο αφιερώθηκε στη γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη, περιγράφει τα γεγονότα μέχρι την εποχή της ενθρόνισης του Αλέξιου Κομνηνού (1081). Στις αρχές του περασμένου αιώνα δημοσιεύθηκε μια συνέχεια του χρονικού του Μανασσή που περιέχει 79 στίχους καλύπτοντας σύντομα την περίοδο από τον Ιωάννη Κομνηνό μέχρι τον Βαλδουίνο, τον πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Το μισό σχεδόν από το έργο του ασχολείται με τον Ανδρόνικο. Ο Μανασσής έγραψε επίσης ένα ιαμβικό ποίημα με τον πιθανόν τίτλο «Οδοιπορικό», που ασχολείται με σύγχρονά του γεγονότα και που δημοσιεύτηκε το 1904. Τελικά ο Μιχαήλ Γλυκάς έγραψε τον 12ο αιώνα ένα Διεθνές χρονικό για τα γεγονότα μέχρι το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού (1118).

ΤΕΧΝΗ
Όσον αφορά τη βυζαντινή τέχνη, η εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων ήταν συνέχεια του Β' Χρυσού Αιώνα, που την αρχή του πολλοί επιστήμονες τοποθετούν στα μέσα του 9ου αιώνα, στην άνοδο δηλαδή στο θρόνο της Μακεδονικής δυναστείας. Φυσικά η ταραχώδης περίοδος του 11ου αιώνα (λίγο πριν την άνοδο στην εξουσία της δυναστείας των Κομνηνών) διέκοψε για μικρό χρονικό διάστημα τη λαμπρότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Με τη νέα όμως δυναστεία των Κομνηνών το Βυζάντιο κέρδισε και πάλι ένα μέρος της παλιάς του δόξας κι ευημερίας και η βυζαντινή τέχνη φαινόταν ικανή να συνεχίσει τη λαμπρή παράδοση της εποχής των Μακεδόνων. Ένα είδος όμως φορμαλισμού και ακινησίας χαρακτηρίζει την εποχή των Κομνηνών. «Τον 11ο αιώνα παρατηρούμε ήδη την παρακμή στα αισθήματα έναντι της αρχαιότητας. Η φυσική ελευθερία δίνει τη θέση της στον φορμαλισμό, η θεολογική σκοπιμότητα γίνεται πιο έκδηλη ο σκοπός για τον οποίον δημιουργείται ένα έργο» (Dalton). Σ’ ένα άλλο βιβλίο ο Dalton λέει ότι «οι πηγές της προόδου ξεράθηκαν, ενώ δεν υπήρχε πια καμιά δύναμη οργανικής ανάπτυξης... Καθώς η περίοδος των Κομνηνών προχωρούσε, η θεία τέχνη έγινε ένα είδος τυπικού, το οποίο απομνημονευόταν και εκτελείτο υπό την ασυνείδητη σχεδόν καθοδήγηση των ειδικών. Η τέχνη δε διέθετε πλέον φλόγα ή ζέση και κινείτο ασυναίσθητα προς τον φορμαλισμό».
Αυτό όμως δεν θα πει ότι η βυζαντινή τέχνη, την εποχή των Κομνηνών, βρισκόταν σε κατάσταση παρακμής. Ειδικά στον τομέα της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία.
Στην Κωνσταντινούπολη κτίστηκε το ανάκτορο των Βλαχερνών και οι Κομνηνοί άφησαν την παλιά αυτοκρατορική κατοικία (το Μεγάλο Παλάτι) κι εγκαταστάθηκαν σε νέο ανάκτορο, στην άκρη του Κεράτιου κόλπου. Η νέα κατοικία του αυτοκράτορα δεν υστερούσε καθόλου από το Μεγάλο Παλάτι και οι συγγραφείς της εποχής εκείνης την περιέγραφαν με ενθουσιασμό. Το Μεγάλο Παλάτι, που εγκαταλείφθηκε, παράκμασε και τον 15ο αιώνα ήταν ένα απλό ερείπιο που καταστράφηκε τελείως από τους Τούρκους.
Το όνομα των Κομνηνών συνδέεται και με την κατασκευή ή ανασυγκρότηση αρκετών εκκλησιών. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο Παντοκράτορας, όπου θάφτηκε ο Ιωάννης Β' και ο Μανουήλ Α' και όπου αργότερα τον 15ο αιώνα επρόκειτο να θαφτούν οι αυτοκράτορες Μανουήλ Β' και Ιωάννης Η' Παλαιολόγος. Η περίφημη εκκλησία της χώρας (Qahrieh Jami) ανασυγκροτήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Γενικά, εκκλησίες χτίζονταν όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στις επαρχίες. Στη Δύση εγκαινιάστηκε επίσημα, στη Βενετία, το 1095, ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου, του οποίου το σχέδιο αναπαριστά την εκκλησία των Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, παρουσιάζοντας με τα μωσαϊκά της την επιρροή του Βυζαντίου. Στη Σικελία πολλά κτίρια και μωσαϊκά που παρουσιάζουν τα καλύτερα επιτεύγματα της βυζαντινής τέχνης, ανήκουν στον 12ο αιώνα. Στην Ανατολή τα μωσαϊκά της εκκλησίας της Γέννησης στη Βηθλεέμ, αποτελούν σπουδαία υπολείμματα μιας διακόσμησης που έγινε από Χριστιανούς καλλιτέχνες της Ανατολής, για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό, το 1169.
Έτσι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση «η επιρροή της βυζαντινής τέχνης παρέμεινε ισχυρή κατά τον 12ο αιώνα, και εκεί ακόμα που δεν θα το περίμενε κανείς, δηλαδή ανάμεσα στους Νορμανδούς της Σικελίας και τους Λατίνους της Συρίας» (Diehl).
Πολύ σπουδαίες τοιχογραφίες του 11ου και του 12ου αιώνα ανακαλύφθηκαν στην Καππαδοκία και τη Νότια Ιταλία, καθώς και στη Ρωσία, στο Κίεβο, το Chernigov και το Novgorod.
Πολλά δείγματα της τέχνης της εποχής αυτής βρίσκει κανείς σε ελεφάντινα γλυπτά, στην αγγειοπλαστική, στην επεξεργασία του μετάλλου, στις σφραγίδες και σε χαραγμένους πολύτιμους λίθους.
Παρά την καλλιτεχνική όμως δημιουργία της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, η πρώτη περίοδος του Β' Χρυσού Αιώνα, που συμπίπτει με τη δυναστεία των Μακεδόνων, υπήρξε πιο λαμπρή και πιο δημιουργική. Συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με την άποψη του Duthuit (ενός Γάλλου συγγραφέα), που ισχυρίζεται ότι η δημιουργική δύναμη του Βυζαντίου και της χριστιανικής Ανατολής έφτασε στο απόγειό της, κατά τον 12ο αιώνα.
Η βυζαντινή αναγέννηση του 12ου αιώνα είναι σπουδαία και ενδιαφέρουσα μόνο σαν αναπόσπαστο τμήμα της γενικής ευρωπαϊκής αναγέννησης του 12ου αιώνα, η οποία έχει τόσο ωραία περιγραφεί και ερμηνευτεί από τον Haskins στο βιβλίο του «Η Αναγέννηση του δωδέκατου αιώνα». Στις δύο πρώτες γραμμές του προλόγου του λέει ότι «ο τίτλος αυτού του βιβλίου θα φανεί σε πολλούς ότι περιέχει μια αντίθεση. Μια αναγέννηση κατά τον 12ο αιώνα!». Αλλά δεν υπάρχει καμιά αντίθεση. Τον 12ο αιώνα η Δυτική Ευρώπη γνώρισε την αναζωογόνηση των Λατίνων κλασικών, της λατινικής γλώσσας, του λατινικού πεζού λόγου και στίχου, του δικαίου και της φιλοσοφίας και των ιστορικών έργων. Ο αιώνας αυτός υπήρξε η εποχή των μεταφράσεων από τα ελληνικά και τα αραβικά, καθώς και της πρώτης δημιουργίας των Πανεπιστημίων. Και ο Haskins έχει απόλυτο δίκαιο όταν λέει ότι «δεν έχει γίνει πάντοτε αντιληπτό όσο πρέπει ότι υπήρχε και μια αξιόλογη άμεση επαφή με τις ελληνικές πηγές, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ανατολή και ότι οι μεταφράσεις που έγιναν απευθείας από τα ελληνικά πρωτότυπα υπήρξαν ένα σπουδαίο, άμεσο και πιστό μέσο για τη μετάδοση της γνώσης των αρχαίων». Τον 12ο αιώνα οι άμεσες σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και του Βυζαντίου, και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, ήταν πιο εκτεταμένες και πιο συχνές απ’ όσο μπορεί κανείς να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά. Λόγω των σχεδίων των Κομνηνών να πλησιάσουν πιο πολύ στη Ρώμη, έγιναν πολλές συζητήσεις στη Κωνσταντινούπολη (πολύ συχνά μπροστά στους αυτοκράτορες) με συμμετοχή μορφωμένων μελών της Καθολικής Εκκλησίας, που έρχονταν στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου με σκοπό τον συμβιβασμό των δύο Εκκλησιών. Οι συζητήσεις αυτές συνέβαλαν πολύ στη μεταβίβαση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επιπλέον οι εμπορικές σχέσεις των ιταλικών εμπορικών Δημοκρατιών με το Βυζάντιο, καθώς και τα χρήματα της Κωνσταντινούπολης που ανήκαν στους Ενετούς και τους κατοίκους της Πίζας, οδήγησαν στην πρωτεύουσα αρκετούς Ιταλούς λόγιους που έμαθαν ελληνικά και μετέφεραν ένα ποσοστό της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Την εποχή κυρίως του Μανουήλ Κομνηνού παρατηρείται στην Κωνσταντινούπολη μια σταθερή εμφάνιση αποστολών του Πάπα, του αυτοκράτορα, των Γάλλων, των κατοίκων της Πίζας και άλλων, καθώς και μια συνεχής και διαδοχική μετάβαση Ελλήνων πρεσβευτών στη Δύση, που θυμίζει τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Ιταλία στις αρχές του 15ου αιώνα.
Έχοντας υπόψη όλη αυτή τη δράση, το συμπέρασμα είναι ότι η μορφωτική κίνηση της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων αποτελεί μια από τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Βυζαντίου. Σε παλαιότερες εποχές το Βυζάντιο δεν παρουσίασε τέτοια αναβίωση και η αναβίωση του 12ου αιώνα γίνεται πιο σημαντική όταν συγκριθεί με την αναγέννηση που παρουσιάστηκε, συγχρόνως στη Δύση. Ο 12ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλώς ως η εποχή της πρώτης ελληνικής Αναγέννησης της βυζαντινής ιστορίας.

Υποσημειώσεις:
[1] Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Άννα Κομνηνή ήταν γνωστή κυρίως από την εμφάνιση του ονόματός της στο έργο του Sir Walter Scott «Count Robert of Paris». Έχει όμως τόσο μεταμορφωθεί ώστε είναι αγνώριστη. Σε μια απ’ τις σκηνές του μυθιστορήματος (κεφ. IV) η Άννα διαβάζει ένα απόσπασμα από την ιστορία της το οποίο δεν υπάρχει στην «Αλεξιάδα».
[2] Η λέξη προέρχεται από το αραβικό άρθρο «αλ» και την ελληνική λέξη «μεγίστη» και είναι ο τίτλος με τον οποίο έγινε γνωστή στην Ευρώπη, σε αραβική μετάφραση, η «Μεγάλη μαθηματική σύνταξη της Αστρονομίας» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.
[3] Οι αρχαίες Κολοσσές. Η πόλη αυτή καταστράφηκε από σεισμό το 60 μ.Χ.
[4] Πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλά έργα που φέρουν το όνομα του Προδρόμου δεν ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά γράφηκαν από όσους ανήκαν στον φιλολογικό κύκλο του.


Archive for the 'ΒΥΖΑΝΤΙΟ' Κατηγορία

Archive for the 'ΒΥΖΑΝΤΙΟ' Κατηγορία





Ταξιδεύουμε στα μωσαϊκά της Αγιά Σοφιάς, με οδηγό τον Φώτη Κόντογλου…

Posted by kantonopou at 29th Μαρτίου 2013
xristospantokrator-agia-sofiaΗ Αγιά Σοφιά είναι το καύχημα της Ορθοδοξίας, η μάνα απάνω σε όλες τις εκκλησιές.
Για μας τους Έλληνες είναι το κάστρο της ελευθερίας και της θρησκείας μας, παραμυθένια εκκλησιά μαζί και παλάτι.
Το χτίριο το χτίσανε οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος, κατά διαταγή του ευσεβεστάτου αυτοκράτορος Ιουστινιανού.
Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για το χτίριο, αλλά μονάχα για τα ψηφιδωτά που το στολίζουνε.
Τα πιο πολλά παριστάνουνε κοσμήματα.
Από τις αγιογραφίες οι περισσότερες ήτανε εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, των αγγέλων, των αγίων, καθώς και βασιλιάδες και βασίλισσες.
Υποθέσεις (δηλαδή συνθέσεις, όπως λέμε σήμερα) υπήρχανε πολύ λίγες.
Στον τρούλο δεν ζωγραφίστηκε ο Παντοκράτορας, όπως στις κατοπινές εκκλησιές, αλλά ένας μεγάλος σταυρός, στολισμένος με ακριβά πετράδια, μαργαριτάρια και διαμαντόπετρες.
Για τούτο ο ιστορικός Προκόπιος δεν λέγει τίποτα για Παντοκράτορα ή για τους προφήτες που μπαίνουνε ανάμεσα στα παράθυρα του τρούλου, αλλά λέγει “Η οροφή πάσα χρυσώ ακίβδήλω κατείλειπται”.
Απ΄αυτό συμπεραίνουμε πως, όχι μονάχα ο κουμπές, μα κι όλη η σκεπή της εκκλησιάς ήτανε κατάχρυση, χωρίς φιγούρες.
Λένε κάποιοι αρχαιολόγοι πως στον τρούλο είχε παρασταθεί η Ανάληψις, όπως είναι έως σήμερα στην Αγιά Σοφιά της Θεσσαλονίκης και σε κάποιες άλλες παλιές εκκλησιές, δηλαδή ο Χριστός ολόσωμος στη μέση μέσα σε στρογγυλή δόξα που τη σηκώνουνε άγγελοι πετάμενοι, και γύρω, ανάμεσα στα παράθυρα, οι δώδεκα απόστολοι, δύο άγγελοι κ’ η Παναγιά. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια, επειδή το κάτω μέρος του τρούλλου, δηλαδή το “τύμπανον” είναι χαμηλό, κι ανάμεσα στα παράθυρα ο τοίχος είναι κάτι στενές λουρίδες που δεν χωρούνε ζωγραφισμένον άνθρωπο. Ίσως ζωγραφίστηκε ο Παντοκράτορας ύστερ΄ από χρόνια, επειδής ο πρώτος τρούλλος έπεσε, και τούτος που υπάρχει λένε πως χτίστηκε από έναν μάστορα αρμένη που τον λέγανε Τιριδάτη.
Ένας Ευρωπαίος που πήγε στην Κωνσταντινούπολη κατά το 1600 γράφει πως η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορος υπήρχε στον τρούλλο κ’ ήτανε τόσο μεγάλη, που το ‘να μάτι από τ’ άλλο ήτανε μακριά τρεις πιθαμές. Αν αληθινά υπήρχε Παντοκράτορας κανωμένος με ψηφιά, θα έγινε κατά τα χρόνια των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, γιατί υστερώτερα το βυζαντινό βασίλειο ήτανε φτωχό και δεν μπορούσε να κάνει τέτοια ακριβά έργα.
Απάνω στα τέσσερα τρίγωνα που σκεδιάζουνε οι καμάρες όπου στηρίζουνε τον τρούλλο και που ζωγραφίζουνται ως τα σήμερα οι τέσσερες Ευαγγελισταί, είχανε παραστήσει με ψηφιά τέσσερα εξαπτέρυγα, με τις δυο φτερούγες ξεδιπλωμένες και τις άλλες τέσσερες μαζεμένες σταυρωτά. Απ’ αυτά τα εξαπτέρυγα φαίνουνται σήμερα τα δύο, παρεκτός τα πρόσωπα που είναι σκεπασμένα με σουβά, κ΄είναι πολύ μεγάλα, αφού οι κάτω φτερούγες έχουνε μάκρος οχτώ μέτρα.
Το 2009 ήρθε στην επιφάνεια το ένα πρόσωπο, πρόσωπο Αγγέλου.
agelosagias-sofias
Όλα τ’ άλλα ψηφιδωτά είναι χρισμένα, εξόν από τα κοσμήματα , και κανείς δεν ήξερε τι παριστάνουνε. Μοναχά προ εκατό χρόνια έγινε σεισμός και πέσανε πολλοί σοβάδες μέσα στην Αγιά Σοφιά, κ’ οι Ιταλοί αρχιτέκτονες που τη διορθώσανε , δυο αδέρφια Φοσάτι, σαν ρίξανε τα χαλασμένα σουβαντίσματα, βρήκανε από κάτω κάμποσους αγίους και βασιλιάδες ζωγραφισμένους με ψηφιά.
Απ’ αυτά τα έργα πήρε κάποια σκέδια ο γερμανός αρχιτέκτονας Σάλζεμπεργκ, που δούλεψε μαζί με τους Φοσάτι. Ένας απ’ αυτούς γράφει πως ξεσήκωσε κ’ έναν μεγάλον Παντοκράτορα μέσα σε κύκλο, μα το αντίγραφο του χάθηκε. Αυτές οι εικόνες ξαναχριστήκανε πάλι με καινούρια σουβαντίσματα.
Τα σχέδια του Σάλζεμπεργκ τυπωθήκανε, και τότε για πρώτη φορά είδε ο κόσμος τι κρυβότανε κάτω από τον ασβέστη της Αγιά Σοφιάς. Αλλά εκείνον τον καιρό κ’ οι τεχνίτες ακόμα δεν πολυνοιώθανε τη βυζαντινή τέχνη κι ο Σάλζεμπεργκ δεν τα αντέγραψε σωστά, αλλά παραμορφωμένα κατά το καλλιγραφικό και ακαδημαϊκό πνεύμα εκείνου του καιρού, όπως φαίνεται καθαρώτατα αν βάλει κανείς αυτά τα σκέδια κοντά στα ίδια τα μωσαϊκά που ξεσκεπαστήκανε στα χρόνια μας από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο των Βυζαντινών Σπουδών.
Αληθινά, αυτά τα ψηφιδωτά, που είχανε γίνει παραμυθένια, τα ξεσκέπασε ο Αμερικάνος αρχαιολόγος Θωμάς Ουίτμορ, που πέθανε τελευταία. Στα 1931 η τουρκική κυβέρνηση συνεννοήθηκε με το Βυζαντινό Ινστιτούτο της Αμερικής, για να βγούνε στο φως τα κρυμμένα μωσαϊκά της Αγιά Σοφιάς. Διευθυντής μπήκε ο Θωμάς Ουίτμορ που είπαμε.
Η δουλειά άρχισε τον ίδιο χρόνο και δεν κόπηκε ως τα 1938. Από το 1931 ως το 1932 εξετάσανε τον νάρθηκα και φωτογραφήσανε τους τοίχους όπως ήτανε, με τα παλιά σουβαντίσματα.
mosaic_as1
Κατά το 1932 ξεσκεπάστηκε η μεγάλη εικόνα που παριστάνει τον Χριστό Παντοκράτορα απάνω στον θρόνο, και στο υποπόδιο του είναι γονατιστός ένας αυτοκράτωρας.Βρίσκεται απάνω από τη μεγάλη πύλη του νάρθηκα, μέσα σε μια καμάρα. Αυτή την εικόνα την είχε, μαζί με άλλες, αντιγράψει ο Σάλζεμπεργκ. Στη μέση είναι ο Χριστός, καθισμένος σε θρόνο πλουμισμένον. Με το δεξί χέρι του ευλογά και με τ’ αριστερό βαστά ανοιχτό το Ευαγγέλιο, ακουμπισμένο στο γόνατό του, που γράφει “Ειρήνη υμίν. Εγώ ειμί το φως του κόσμου” . Το πρόσωπό του είναι σοβαρό κ’ ήμερο, με μικρό μουστάκι με κοντό γένι με μαλλιά που πέφτουνε πίσω από τους ώμους του, όπως σε όλους τους Παντοκράτορες. Τα μάτια του βλέπουνε μπροστά, λίγο κατά τα δεξιά. Τα μηλομάγουλά του είναι ζωηρά, το στόμα του ταπεινό. Τα διπλώματα στο ιμάτιό του είναι σκεδιασμένα με λεπτολογία, σαν να’ ναι ζωγραφισμένα με πινέλο. Τα γυμνά πόδια του πατάνε απάνω στο υποπόδιο. Χάμω κατά τα δεξιά κείται γονατιστός σε στάση παρακαλεστική ένας αυτοκράτορας γηραλέος, με πλουμισμένο ρούχο και με κορώνα στην κεφαλή του. Η φυσιογνωμία του είναι ανατολίτικη, με μύτη γυριστή και μεγάλη, με μυτερό γένι και μουστάκια πεσμένα. Γύρω στο κεφάλι του έχει στεφάνι σαν τους αγίους, όπως ζωγραφίζανε τότε συχνά τους βασιλιάδες. Φαίνεται πως παριστάνει τον βασιλιά τον Λέοντα τον σοφό που βασίλευσε από τα 886 ως τα 912. Δεξιά και αριστερά του Χριστού είναι ζωγραφισμένα δυο πρόσωπα ως το στήθος μέσα σε στρογγυλές κορνίζες. Δεξιά είναι η Παναγία σε στάση δεήσεως, και αριστερά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, με τα μαλλιά του δεμένα με μια κορδέλα και βαστώντας σκήπτρο. Τα πρόσωπα θυμίζουν κάποιες προσωπογραφίες της αλεξανδρινής τέχνης. Ολη η εικόνα είναι τριγυρισμένη με ένα κόσμημα σε τρεις σειρές.
mitir_theou_asii
Κατά το 1933 ξεσκεπάστηκε και καθαρίστηκε άλλη μια μεγάλη εικόνα, που βρίσκεται από πάνω από την πλαγινή πόρτα του νάρθηκα κατά το νοτιοανατολικό μέρος.Στη μέση είναι η Παναγία καθισμένη σε ένα χαμηλό θρόνο κατά το σχήμα της Πλατυτέρας, και κρατά στα γόνατά της το Χριστό παιδί. Το δεξί χέρι της το έχει ακουμπισμένο ελαφρά στον ώμο του Χριστού και το αριστερό είναι απλωμένο στα γόνατά της και κρατά μαντήλι. Από τα δεξιά της Παναγίας στέκεται ο Ιουστινιανός κρατώντας ένα ομοίωμα της εκκλησίας της Αγιάς Σοφιάς που το προσφέρνει στη Θεοτόκο και αριστερά στέκεται ο Μέγας Κωνσταντίνος κρατώντας ένα ομοίωμα της Κωνσταντινουπόλεως, επειδής αυτός την έχτισε, κατά το τροπάρι του που λέγει “βασιλεύουσα Πόλιν τη χειρί σου παρέθετω”. Κ’ οι δυο βασιλιάδες παριστάνονται χωρίς γένεια και μουστάκια, όπως συνηθίζανε οι Ρωμαίοι κ’ όχι όπως συνηθίζανε στα κατοπινά χρόνια που αφήνανε γένεια και μουστάκια..
agiasofia-mitirtheoy2
Από τα 1935 ως τα 1938 ήρθανε στο φως ακόμα δυο εικόνες με πολλά πρόσωπα, μαζί με κάμποσα κοσμήματα, στη μεριά που είναι κατά το βασίλεμα. Στη μια εικόνα έχει παραστηθεί ο Χριστός Παντοκράτορας, έχοντας δεξιά τον αυτοκράτωρα Κωνσταντίνο τον μονομάχο και αριστερά τη γυναίκα του Ζωή. Ο βασιλιάς κρατά πουγγί, που δείχνει, κατά τα φαινόμενα, τα λεφτά που έδωσε για το στόλισμα της εκκλησίας. Τα πρόσωπα έχουν χαρακτήρα γερόν, σαν της προσωπογραφίες της ελληνικής τέχνης. Η άλλη εικόνα παριστάνει στη μέση την Παναγία, κι από τα δεξιά της τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό, κι από τ’ αριστερά της την αυτοκρατόρισσα Ειρήνη και τον Αλέξη ΚομνηνόΟ Ιωάννης κρατά και αυτός ένα πουγγί γεμάτο φλουριά. Και των τριών τα πρόσωπα είναι δουλεμένα μαστορικά, ξεχωριστά του Αλέξη. Πλάγι σε όλα αυτά τα βασιλικά πρόσωπα είναι γραμμένα τα ονόματά τους με όμορφα γράμματα. Κοντά στον Ιουστινιανό είναι γραμμένο: “Ιουστινιανός ο αοίδιμος βασιλεύς”. Κοντά στην Κωνσταντίνο είναι γραμμένο : “Κωνσταντίνος ο εν αγίοις μέγας βασιλεύς”.
400px-byzantinischer_mosaizist_um_1020_001
Εκτός απ’ αυτές τις εικόνες, ο Ουίτμορ βρήκε και καθάρισε μια εικόνα του Προδρόμου, μιαν άλλην της Πλατυτέρας, που είναι ίσως η πιο σπουδαία από όσες βρεθήκανε, κ.α. Αλλά, εκτός από τα μεγάλα εξαπτέρυγα που είπαμε, θα βρεθούνε ακόμα πολλά άλλα μωσαϊκά από τους αρχαιολόγους, που συνεχίζουνε αυτή την ιστορική εργασία. Ο Σάλζεμπεργκ γράφει για μίαν άλλη Παναγία με τον Χριστό και για το κεφάλι του Απόστολου Πέτρου, που είναι κρυμμένα κάτω από τον ασβέστη. Κάποιοι άλλοι που πήγανε στην Πόλη προ πολλά χρόνια, έχουνε γράψει ότι είδανε κάποιους Αρχαγγέλους, το άγιο Μανδήλιο, την Ετοιμασία του Θρόνου , κάποιους ιεράρχες, τον προφήτη Ησαΐα και υποθέσεις από τη ζωή του Χριστού. Αυτά τα είδανε σε καιρό που είχανε πέσει οι σουβάδες από σεισμό ή την υγρασία.
mosaiko-xristos
Ο Ουίτμορ τύπωσε τρία βιβλία για τα ψηφιδωτά που βρήκε, κ’ εκεί μέσα τα ιστορεί καταλεπτώς. Τον καιρό που δούλευα στον Μυστρά, ήρθε και είδε τη δουλειά μου και ήθελε να με πάρει να δουλέψω στην Αγιά Σοφιά. Αλλά δεν μπόρεσα να πάγω, επειδής δεν είχα τελειώσει την δουλειά που έκανα στην περίβλεπτο, και έτσι έχασα την ευκαιρία να πάγω στην Πόλη, από όπου θα μπορούσα να φτάξω ως την Τραπεζούντα και ως την Καισαρεία και να βρω τίποτα κειμήλια που είχανε κρυμμένα οι Χριστιανοί που φύγανε από τον τόπο τους.
panagia-xristos
troylosagiasofias
Κοντά στη δουλειά που γίνεται για τα μωσαϊκά της Αγιάς Σοφιάς, μαθαίνω πως οι τούρκοι μαζεύουνε και παλιά εικονίσματα από τον Πόντο και από άλλα μέρη της μικράς Ασίας, και πως θα τα εκθέσουνε στον γυναικωνίτη της ίδιας εκκλησίας.
Πηγές:antexoume.wordpress.com-proskynitis.blogspot.gr -vatopaidi

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Ἀναγκαιότητα καί χρησιμότητα τού μαθήματος τής Ἐκκλησιαστικής Ιστορίας τής Ἑλλάδος.

Ἀναγκαιότητα καί χρησιμότητα τού μαθήματος τής Ἐκκλησιαστικής Ιστορίας τής Ἑλλάδος.




Ἀναγκαιότητα καί  χρησιμότητα τοῦ  μαθήματος  τῆς   Ἐκκλησιαστικῆς  Ἱστορίας  τῆςἙλλάδος.

Ἐάν τό ἱστορικό παρελθόν μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ θεμελιῶδες κριτήριο γιά τήν ὀρθή κατανόηση τοῦ σύγχρονου ἱστορικοῦ παρόντος της, τότε καί γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἰσχύει ὅτι ἡ σύγχρονη κατάστασή της καί ἡ καθόλου σχέση καί δράση της μέσα στήν ἑλληνική κοινωνία, ἀλλά καί ἡ εὐρύτερη παρουσία της στόν ὀρθόδοξο καί τόν διαχριστιανικό χῶρο δέν εἶναι δυνατό νά κατανοηθοῦν καί νά ἀξιολογηθοῦν ἀντικειμενικά χωρίς τή γνώση τῶν πλούσιων στοιχείων
τοῦ ἱστορικοῦ της παρελθόντος, τά ὁποῖα ἐπιβιώνουν σταθερά καί διατηροῦνται ἀναλλοίωτα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἱδρυτοῦ της Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου μέχρι σήμερα.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Ε. Ι. Ε. εἶναι ἀναγκαία  ὄχι  μόνο  γιά  τή  γνώση  τῆς  καταστάσεως τῆς  σύγχρονης αὐτοκεφάλου  Ἐκκλησίας  τῆς  Ἑλλάδος,  ἀλλ’  ἐξ  ἐπόψεως  αὐστηρά  ἐπιστημονικῆς καί ἐκπαιδευτικῆς καθίσταται ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατανόηση ἑνός σημαντικοῦ τμήματος τοῦ περιεχομένου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας γενικότερα. Πιό συγκεκριμένα, ἡ γνώση τῆς  Ε. Ι. Ε. συντελεῖ μεταξύ ἄλλων :



α) στήν ὀρθή κατανόηση τῆς παρούσας πνευματικῆς, ἠθικῆς καί ὑλικῆς καταστάσεως, καθώς καί στόν ἐντοπισμό τῶν σύγχρονων ἀδυναμιῶν, δυσλειτουργιῶν καί τῶν κάθε μορφῆς προβλημάτων πού ἀφοροῦν  στή  διοίκηση  καί  τήν  ἐν  γένει  ὀργάνωση  τῆς  Ἐκκλησίας  τῆς Ἑλλάδος.

β) στή διά τῆς ἀναγωγῆς στήν πλουσιότατη βιωθείσα ἐκκλησιαστική καί πνευματική ἐμπειρία τοῦ μακραίωνου ἱστορικοῦ παρελθόντος ἀναζήτηση τῆς ὀρθῆς-κανονικῆς ἐπιλύσεως τῶν σύγχρονων προβλημάτων της, καθώς καί στόν ὑγιή καθορισμό τῆς ὅλης πνευματικῆς
της πορείας μέσα στή σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη ἑλληνική κοινωνία.

γ) στήν ὀρθή ἀξιολόγηση καί στήν καλύτερη ἀξιοποίηση τῶν σχέσεών της, τόσο μέ τίς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅσο καί μέ τόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, στά πλαίσια τῶν διορθοδόξων, διαχριστιανικῶν καί διαθρησκειακῶν διαλόγων, πού διεξάγονται σήμερα εἴτε σέ  διμερές ἐπίπεδο εἴτε στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως. Ἡ πλούσια ἱστορική ἐμπειρία στή βίωση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ἀλλά καί τό  ἰδιαίτερο προνόμιο τῆς στρατηγικῆς γεωπολιτικῆς θέσεως τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, μέσα στόν ὁποῖο δρᾶ καί ἀναπτύσσεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους μέχρι σήμερα, τήν  καθιστοῦν κεντρικό ἀξονα στήν προώθηση τῶν στοιχείων ἐκείνων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πρόοδο καί τή θετική ἐξέλιξη τῶν δια λόγων αὐτῶν.
Γενικότερα, ἀναφερόμενοι στήν ἀναγκαιότητα καί τή χρησιμότητα  τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος ὡς αὐτοτελοῦς ἐπιστημονικοῦ κλάδου, πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ γνώση τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος καθόλου καί τοῦ συνόλου τοῦ πνευματικοῦ καί πολιτιστικοῦ βίου της διά μέσου τῶν αἰώνων θά ἦταν ἀτελής χωρίς τήν πλήρη καί ἀντικειμενική γνώση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τῆς χώ- ρας, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού δρᾶ καί ἀναπτύσσεται στά γεωγραφικά της ὅρια δέν ἀποτελεῖ ἁπλά καί μόνο ἕνα ἐπί μέρους στοιχείο τοῦ πνευματικοῦ βίου τῶν κατοίκων της, ἀλλά ἕναν ἀπό τούς σημαν- τικότατους παράγοντες διαμορφώσεως τοῦ  ἐθνικοῦ βίου  τῶν Ἑλλή- νων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τή συντριπτική πλειοψηφία τῶν κατοίκων της.

Τή σπουδαιότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος ἀναγνώρισε ἀρχικά ἐν μέρει ἡ Ἑλληνική Πολιτεία καί τό 1933 ἵδρυσε στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν τήν ἔκτακτη Ἕδρα τῆς «Ἱστορίας τῶν Ὀρθοδό- ξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί ἰδίως τῆς Ἑλλάδος», σέ ἀντικατάσταση τῆς προϋπάρχουσας τακτικῆς Ἕδρας τῆς «Ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας» καί τῆς ἔκτακτης αὐτοτελοῦς Ἕδρας τῆς «Ἱστορίας τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». Τό 1938 ἡ Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν μέ εἰδική γνωμάτευσή της εἰσηγήθηκε πρός τήν Πολιτεία τή μετονομασία τῆς νέας Ἕδρας σέ «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τῆς συστάσεως αὐτῆς». Ὁ τίτλος ὅμως αὐτός δημιουργοῦσε σύγχυση ὡς πρός τό ἄν μέ τήν τελευταία φράση ὑπενοεῖτο ἡ ἵδρυση τῆς ἐν Ἑλλλάδι Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁπότε πρόκειται οὐσιαστικά γιά τή συνολική Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τή διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ’ αὐτή μέχρι σήμερα, ἤ ἄν ἀναφερόταν ἀποκλειστικά στήν ἀπό τῶν ἐτῶν 1821, 1833 καί 1850 διαδικασία ἀναδείξεως τῆς «ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας» σέ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» ὑπό τή σύγχρονη διοικητική καί ὀργανωτική της μορφή. Γίνεται εὔκολα ἀντιληπτό, ὅτι τά διαφορετικά αὐτά χρονικά ὅρια ἐπιδροῦν ἀποφασιστικά στό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος καί τοῦ ἐρευνώμενου ἐπιστημονικοῦ ἀντικειμένου του, καί κατά συνέπεια ἐπιβάλλουν καί τή δέουσα προ- σοχή στόν ἀκριβή καθορισμό τοῦ τίτλου του. Ἡ ἀσάφεια αὐτή τακτο- ποιήθηκε ἀργότερα, μέ τήν ἀπόφαση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πα- νεπιστημίου Θεσσαλονίκης νά υἱοθετήσει σχετική πρόταση τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Γενικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Γερασίμου Κονιδάρη καί νά ἱδρύσει εἰδική ἔκτακτη αὐτοτελῆ Ἕδρα μέ τόν τίτλο «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος», ἡ ὁποία κυρώθηκε μέ Βασιλικό Διάταγμα.\