Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Βίος του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα



ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΗΣ ΒΙΡΙΤΣΑ
Ο όσιος Σεραφείμ της Βίριτσα (κατά κόσμον Βασίλειος Μουραβιόβ του Νικολάου) γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1866 (με το παλαιό ημερολόγιο) στο χω­ριό Παχρομέγεβο της περιοχής Ρίμπινσκ, νομού Γιαροσλάβλ. Οι γονείς του Νικόλαος και Χιονία ήταν αγρότες. Το παιδί βαπτίστηκε την 1 Απριλίου του 1866 στο ναό του Χριστού Σωτήρος του χωριού Σπάσσκογε , που βρισκόταν κοντά στο Βαχρομέγεβο. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος...
Μετά τον Βασίλειο στην οικογένεια Μουραβιόβ γεννήθηκαν δύο κορίτσια - η Ελισάβετ το έτος 1871 και η Ευδοκία το έτος 1875. Και τα δύο τους όμως πέ­θαναν πολύ σύντομα, δεν έζησαν ούτε από ένα χρόνο. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1876 πέθανε από φυματίωση ο πατέρας του Βασιλείου και το παιδί έμεινε με την μητέρα του, που και αυτή ήταν άρρωστη. Ο Κύριος όμως δεν άφησε τους δούλους του· μεταξύ των γειτό­νων βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος που δούλευε ως βοηθός εμπόρου στην Αγία Πετρούπολη. Μαζί του ο Βασίλειος πήγε στην πρωτεύουσα όπου άρχισε να ερ­γάζεται και αυτός σ' ένα εμπορικό κατάστημα...
Από παιδί ο Βασίλειος ποθούσε πολύ να γίνει μο­ναχός. Μια μέρα αφού πήρε την άδεια από το αφεντικό του πήγε πρωί πρωί στην Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι με σκοπό να μιλήσει με τον ηγούμενο. Επειδή ήταν νωρίς ο ηγούμενος δεν τον δέχθηκε και οι μοναχοί του πρότειναν να πάει να μιλήσει με έ­ναν γέροντα, μεγαλόσχημο μοναχό. Ο Βασίλειος γο­νάτισε μπροστά του και άρχισε να τον παρακαλά να τον πάρουν στο μοναστήρι για οποιαδήποτε δουλειά. Η απάντηση όμως του διορατικού αυτού γέροντα ή­ταν η εξής: να μείνει στον κόσμο, να κάνει οικογέ­νεια, να θρέψει τα παιδιά του και μετά μαζί με τη σύ­ζυγο να αφιερώσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής στην μοναχική άσκηση. Ο ίδιος ο πατήρ Σεραφείμ μετά από πολλά χρόνια διηγήθηκε αυτή την ιστορία, χωρίς όμως να κάνει γνωστό το όνομα του γέροντα.
Πράος και ταπεινός που ήταν, ο Βασίλειος, δέχθη­κε τα λόγια αυτά στην καρδιά του σαν να ήταν το θέ­λημα του Θεού και προσπαθούσε να εναρμονίσει την ζωή του στην κατεύθυνση που του έδωσε ο Κύριος μέ­σω του πιστού του δούλου.
Εργαζόμενος στο εμπορικό κατάστημα ο Βασί­λειος έμαθε μόνος του τα γράμματα, φανερώνοντας μεγάλη ικανότητα για την μάθηση. Στα δεκαέξι του χρόνια ο ιδιοκτήτης του καταστήματος τον έκανε βοηθό του και στα δεκαεφτά πρώτο διαχειριστή του καταστήματος, που ήταν πρώτος αμέσως μετά τον κα­ταστηματάρχη. Τότε ο μισθός του ανέβηκε μέχρι δώδεκα ρούβλια και όλα τα χρήματα ο Βασίλειος τα έ­στελνε στη μητέρα του.
Η μέλλουσα σύζυγος του Βασιλείου, η Όλγα Ναϊντένοβα του Ιωάννου, καταγόταν και αυτή από μία αγροτική οικογένεια. Γεννήθηκε το 1872 στο χω­ριό Κομπίλινο της ίδιας περιοχής Ρίμπινσκ...
Από παιδί η Όλγα ήθελε να γίνει μοναχή. Μία μέρα μαζί με τους συγγενείς της πήγε προσκύνημα στο γυναικείο μοναστήρι των Ιβήρων. Εκεί είχε συ­ζήτηση με μία μεγαλόσχημη μοναχή Πελαγία, η ο­ποία ήταν καθοριστική για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Η γερόντισσα της έδωσε ευλογία να μείνει στον κόσμο, να παντρευτεί έναν ευσεβή άνθρωπο και μετά από πολλά χρόνια οικογενειακής ζωής και κατόπιν κοινής συμφωνίας να λάβει το μοναχικό σχήμα.
Η Όλγα δέχθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη την προφητική αυτή ευλογία και το 1890 παντρεύτηκε τον Βασίλειο Μουραβιόβ που ήταν τότε είκοσι τεσσάρων χρονών. Μετά το γάμο ο ιδιοκτήτης του καταστήμα­τος, όπου δούλευε ο Βασίλειος, του έδωσε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για να μπορέσει ο αγαπητός πιστός του διαχειριστής να ανοίξει δική του επιχείρηση.
Ο Βασίλειος ασχολήθηκε με το εμπόριο γουναρι­κών. Η επιχείρηση προχωρούσε πολύ καλά έτσι ώ­στε το όνομά του έγινε γνωστό όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στην Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία και σε άλ­λες ευρωπαϊκές χώρες. Ο Βασίλειος έγινε εκατομμυ­ριούχος αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε την ευλογία του γέ­ροντα της Λαύρας του αγίου Αλεξάνδρου· προσπαθούσε πάντα να κάνει καλό και να βοηθά τους φτω­χούς και ανήμπορους ανθρώπους. Το μεγαλύτερο μέ­ρος των εισοδημάτων του, το έδινε στα μοναστήρια, τις εκκλησίες και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Το 1897 ο Βασίλειος Νικολάγεβιτς τελείωσε την Ανώτατη Εμπορική Σχολή στην Αγία Πετρούπολη. Τότε στην οικογένεια Μουραβιόβ γεννήθηκαν δύο παιδιά, ένα αγόρι που το ονόμασαν Νικόλαο και μετά ένα κορίτσι, που βαπτίστηκε με το όνομα Όλγα. Η μικρή Όλγα έζησε μόνο ένα χρόνο. Μετά το θάνατό της οι σύζυγοι με κοινή συμφωνία ζούσαν σαν αδέλ­φια. Το 1903 ο Βασίλειος με την γυναίκα του πήγαν στο Σαρόβ για να συμμετάσχουν στον πανηγυρικό ε­ορτασμό της ανακήρυξης, ως αγίου, του οσίου Σερα­φείμ. Από κει έφεραν μερικές εικόνες του νέου αγίου, μία από τις όποιες βρισκόταν στο κελί του γέροντα μέχρι το θάνατο του.
Ο πνευματικός πατέρας της οικογένειας Μουρα­βιόβ ήταν ο πολύ γνωστός τότε γέροντας ιερομόναχος Βαρνάβας Μερκούλοβ, ο οποίος, πιθανώς, και έδωσε την ευλογία για να γίνουν μερικές ριζικές αλλαγές στη ζωή του Βασιλείου· ο Κύριος καλούσε τον εκλε­κτό του σε ένα καινούριο στάδιο.
Ο Βασίλειος πολλές φορές πήγε στο εξωτερικό για εμπορικές υποθέσεις. Το τελευταίο του ταξίδι ή­ταν αρκετά μακρύ. Λένε ότι επισκέφτηκε τότε και το Άγιον Όρος. Πιθανώς τότε πήρε και την απόφαση να αφιερώσει ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον Θεό και στην διακονία του πλησίον. Για να πάρει όμως την τελική απόφαση τον βοήθησε ένα περιστατικό που δεν έγινε, όμως, άνευ θείας προνοίας.
Όταν ο Βασίλειος γύρισε από το εξωτερικό, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πετρούπολης τον περίμε­νε η δική του άμαξα για να τον πάει στο σπίτι. Ενώ προχωρούσαν στους δρόμους της πόλης, σ' έναν απ' αυτούς είδε ο Βασίλειος έναν φτωχό αγρότη με ρούχο σχισμένο να κάθεται κάτω στο πεζοδρόμιο και να φω­νάζει συνεχώς:
—Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός!
Ο Βασίλειος αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει μ' αυτό τον άνθρωπο. Σταμάτησε την άμαξα και κάλε­σε, προς δυσαρέσκεια του αμαξά, τον αγρότη ν' ανεβεί. Στην ερώτησή του, τι του συνέβη, ο αγρότης του διηγήθηκε την εξής ιστορία. Άφησε στο χωριό του την γυναίκα του με επτά παιδάκια και τον πατέρα του που όλοι τους ήταν άρρωστοι, είχαν τύφο. Οι γείτονές τους επειδή φοβούνταν να μην τους κολλήσει η ασθένεια δεν έμπαιναν μέσα στο σπίτι για να τους βοηθή­σουν. Μια μέρα ο πατέρας του είπε:
-Από όλους μας μόνο εσύ δεν είσαι άρρωστος. Κάνε, λοιπόν, το εξής: πάρε το άλογο που έχουμε και πήγαινε στην πόλη για να το πουλήσεις. Τώρα είναι άνοιξη και κάποιος θα το πάρει. Για τα χρήματα που θα κερδίσεις πάρε μία αγελάδα. Ίσως έτσι θα επιβιώσουμε.
Πήρε, λοιπόν, αυτός το άλογο και πήγε στην πό­λη. Το πούλησε αλλά τα λεφτά του τα πήραν. Δεν μπόρεσε ο καημένος να προβάλλει καμία αντίσταση στους κακοποιούς, τόσο αδύνατο τον έκανε η πείνα. Βαθιά απελπισμένος κάθισε κάτω στο πεζοδρόμιο και ξέσπασε σε κλάματα. Πώς θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι του με άδεια χέρια; Αποφάσισε να πεθάνει εκεί που ήταν. Έτσι καθισμένος στο πεζοδρόμιο, πε­ριμένοντας να έλθει ο θάνατος έλεγε στον εαυτό του:
-   Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός!
Ο Βασίλειος, όταν τελείωσε ο αγρότης την ιστο­ρία του, πήγε μαζί του στην αγορά και πήρε εκεί δύο άλογα, κάρρο και μία αγελάδα. Το κάρρο το γέμισε έ­ως πάνω με διάφορα τρόφιμα και από πίσω έδεσε την αγελάδα. Όταν όλα ήταν έτοιμα έδωσε τα χαλινάρια στα χέρια του αγρότη και του είπε ότι όλα αυτά είναι δικά του. Εκείνος δεν μπόρεσε να πιστέψει στα μάτια του και δεν ήθελε να δεχτεί το δώρο. Η απάντηση του Βασιλείου ήταν:
-   Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός!
Όταν ο Βασίλειος έφτασε τελικά στο σπίτι του κάλεσε τον κουρέα. Εκείνος όταν ήλθε τον παρακά­λεσε να καθήσει στην πολυθρόνα για να μπορέσει ν' αρχίσει τη δουλειά του. Ο Βασίλειος όμως ήταν πολύ αναστατωμένος από μέσα του, περπατούσε συνέχεια μέσα στο δωμάτιο ενώ τα χείλη του έλεγαν:
-    Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός!
Ο κουρέας ξανά τον παρακάλεσε να καθήσει. Ο Βασίλειος δεν τον άκουγε αλλά έλεγε ξανά και ξανά:
-    Όχι αυτό που θέλεις εσύ, αλλά ότι θέλει ο Θεός!
Ξαφνικά ο κουρέας έπεσε μπροστά του στα γόνα­τα:
-Πώς το έμαθες αφεντικό; Στη συνέχεια του εξο­μολογήθηκε ότι είχε στο νου του να τον σκοτώσει και να ληστέψει το σπίτι του. Ο Βασίλειος τον συγχώρη­σε και τον άφησε να φύγει, του είπε, όμως, ότι δεν θέ­λει να τον ξαναδεί.
Μετά απ' αυτό το περιστατικό μοίρασε το μεγαλύ­τερο μέρος της περιουσίας του. Έκανε πλούσιες δω­ρεές στην Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι, στο γυναικείο μοναστήρι της Αναστάσεως του Κυ­ρίου στην Αγία Πετρούπολη και στο γυναικείο μονα­στήρι της Παναγίας των Ιβήρων. Επίσης έδωσε γεν­ναία ποσά στους συνεργάτες του στο εμπόριο. Γι' αυ­τή την περίοδο της ζωής του υπάρχει μία διήγηση του ίδιου του πατρός Σεραφείμ.
Μια μέρα στο σπίτι του μπήκε ληστής, ο οποίος πήρε ότι το πιο πολύτιμο υπήρχε και τα έβαλε μέσα σ' ένα σάκο. Καθώς έβγαινε από το σπίτι ο σάκος ά­νοιξε και όλο το περιεχόμενο του έπεσε κάτω στο δρόμο. Ο ληστής άρχισε βιαστικά να μαζεύει τα πράγματα. Εκείνη την ώρα γύρισε ο Βασίλειος. Πλη­σίασε τον κακούργο και άρχισε να τον βοηθά. Όταν μάζεψαν όλα ο Βασίλειος του έδωσε το σάκο και τον άφησε να φύγει. Αργότερα έλεγε ότι η αμαρτία αυτού του ανθρώπου ακυρώθηκε, επειδή δεν τα έκλεψε αλλά του τα έκαναν δώρο.
Ο πατήρ Σεραφείμ συχνά έλεγε στα πνευματικά του παιδιά:
- Έχασες κάτι, μην λυπάσαι. Βρήκες, μην χαίρε­σαι υπερβολικά αλλά πάντα να ευχαριστείς τον Θεό...
Το Σεπτέμβριο του 1920 ο Βασίλειος Μουραβιόβ έγινε δόκιμος στην Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι. Και στις 16 (29) Οκτωβρίου του ιδίου έτους έγινε μοναχός με το όνομα Βαρνάβας. Την ίδια χρο­νιά στην γυναικεία μονή της Παναγίας των Ιβήρων της Αγίας Πετρούπολης έγινε μοναχή και η γυναίκα του, λαμβάνοντας στην κουρά το όνομα Χριστίνα.
Μετά από λίγο ο πατήρ Βαρνάβας χειροτονήθηκε διάκονος και στις 29 Αυγούστου του 1921, την ημέρα της Αποτομής της τιμίας κεφαλής του τιμίου Προ­δρόμου, ο μητροπολίτης Βενιαμίν Καζάνσκι τον χει­ροτόνησε πρεσβύτερο...
Το 1927 ο πατήρ Βαρνάβας ενδύθηκε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε Σεραφείμ, προς τιμήν του αγίου Σεραφείμ του Σαρόβ. Τότε έγινε και πνευματι­κός της Λαύρας. Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν λάβει το μεγάλο σχήμα ο πατήρ Βαρνάβας έκανε πολύ αυστηρή νηστεία και κατά τη διάρκεια των 40 ήμερών δεν έτρωγε τίποτα.
Πριν γίνει ακόμα μοναχός, ο Βασίλειος, είδε μια φορά ένα όνειρο που αργότερα το διηγήθηκε στον πνευματικό του πατέρα, μοναχό της σκήτης της Γεθσημανής, Βαρνάβα. Του είπε, λοιπόν, το εξής: «Είδα στο όνειρό μου πως πηγαίνω στο μοναστήρι του Α­γίου Νικολάου για προσκύνημα. Έχασα το δρόμο και περιπλανιόμουν στο δάσος. Ξαφνικά βλέπω να περπα­τά μπροστά μου ένας γέρος με σάκο στην πλάτη και έ­να τσεκούρι στο χέρι. Τον ρώτησα πώς να πάω στο μο­ναστήρι του Αγίου Νικολάου. Εκείνος μου απάντησε: -Έλα, πάμε μαζί, και εγώ εκεί πηγαίνω. Αφού κοίταξα προσεκτικά τον συνοδοιπόρο μου, κατάλαβα πως ήταν ο άγιος Σεραφείμ του Σαρόβ και τον ρώτησα:
-Παππούλη, μήπως είστε ο πατήρ Σεραφείμ; -Ναι, εγώ είμαι Σεραφείμ, - μου απάντησε εκείνος και συνεχίσαμε το δρόμο μας μέσα στο δάσος σιωπη­λοί. Ο πατήρ Σεραφείμ βρήκε ένα κούτσουρο και κάθισε, αφήνοντας κάτω το σάκο και το τσεκούρι του. Κάθισα και εγώ δίπλα του. Ξαφνικά βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας ο πατήρ Βαρνάβας. Όταν μας πλη­σίασε κάθισε δίπλα μου έτσι ώστε εγώ βρέθηκα μετα­ξύ αυτού και του πατρός Σεραφείμ. Οι δύο γέροντες με πολύ χαρά χαιρέτησαν ο ένας τον άλλον και μετά άρ­χισαν συζήτηση. Αλλά εγώ δεν άκουσα τίποτα απ' αυ­τά που έλεγαν και μετά ξύπνησα». Ο πατήρ Βαρνάβας όταν άκουσε αυτή την ιστορία γέλασε και είπε: -Ήσουν μεταξύ μας και δεν άκουσες τι είπαμε! Το όραμα αυτό δείχνει ότι δεν ήταν τυχαίο το γε­γονός πως στην μοναχική κουρά ο Βασίλειος έλαβε το όνομα Βαρνάβας και στο μεγάλο σχήμα ονομάστη­κε Σεραφείμ. Ο ίδιος ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε πολλές φορές ότι πάντα αισθάνεται την παρουσία του προ­στάτη του, του οσίου Σεραφείμ του Σαρόβ, το παρά­δειγμα του οποίου ακολουθούσε πιστά στη ζωή του, όπως θα καταλάβουμε από την παρακάτω διήγηση...
Ο διορατικός γέροντας της Λαύρας του αγίου Α­λεξάνδρου έγινε γρήγορα γνωστός μεταξύ των χρι­στιανών της Πετρούπολης. Ο πατήρ Σεραφείμ συνή­θως λειτουργούσε στο παρεκκλήσι της αγίας σκέπης του καθολικού ναού της Λαύρας και κάθε μέρα εξομολογούσε τον κόσμο. Πάντα τον περίμεναν οι άνθρω­ποι που ήθελαν να συζητήσουν μαζί του. Δεχόταν τους επισκέπτες και μέσα στο κελί του. Όταν οι επι­σκέπτες ήταν πολλοί, ή όταν ο πατήρ Σεραφείμ ήταν άρρωστος οι άνθρωποι, έγραφαν τα προβλήματά τους σε χαρτιά και τα στέλνανε στον Γέροντα μέσω βοη­θών του και πάντα λαμβάνανε τις απαντήσεις του. Μία γυναίκα που επισκεπτόταν συχνά τον Γέροντα έ­λεγε ότι πολλές φορές, όταν ερχόταν να δει τον Γέρο­ντα, δεν μπορούσε να τον πλησιάσει εξαιτίας του κό­σμου που τον περίμενε αλλά ο Γέροντας πάντα μόνος του την φώναζε χωρίς να την βλέπει.
Το 1927 τον πατέρα Σεραφείμ επισκέφτηκε ο αρχιεπίσκοπος Αλέξιος Σιμάνσκι για να ζητήσει την συμβουλή του. Οι φίλοι του τού πρότειναν να φύγει στο εξωτερικό και ήταν έτοιμοι να τον βοηθήσουν για να σώσουν τον αρχιεπίσκοπο από την σίγουρη φυλάκιση και ίσως και από την εκτέλεση. Πριν να πει ακόμα ο αρχιεπίσκοπος Αλέξιος στον γέροντα την απορία του ο πατήρ Σεραφείμ του είπε:
-Πολλοί σήμερα θα ήθελαν να φύγουν στο εξωτε­ρικό. Αλλά την Ρωσία σε ποιόν θα την αφήσουν; Μη φοβάστε τίποτα, Σεβασμιότατε, η Ρωσία σας χρειάζε­ται. Θα γίνετε πατριάρχης και 25 χρόνια θα είστε επι­κεφαλής της Εκκλησίας. Μετά τον πατριάρχη Τύχωνα πολλά χρόνια δεν θα έχουμε πατριάρχη. Ο μητρο­πολίτης Σέργιος ούτε ένα χρόνο δεν θα είναι πατριάρ­χης και μετά απ' αυτόν πατριάρχης θα είστε εσείς. Θα γίνει πόλεμος, φοβερός πόλεμος, παγκόσμιος. Αυτός ο πόλεμος θα κάνει τον λαό μας να επιστρέψει στον Θεό. Και οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν τώρα στα χέρια τους την εξουσία και κλείνουν τις εκκλησίες θα τις ανοίγουν τότε.
Πάρα πολύς κόσμος ερχόταν στον πατέρα Σερα­φείμ για εξομολόγηση. Κάθε μέρα ώρες ολόκληρες ο πατήρ Σεραφείμ εξομολογούσε τον λαό. Απ' αυτή την εξομολόγηση άρχισαν να πονάνε τα πόδια του. Μια φορά εξομολογούσε τους ανθρώπους δύο μέρες και δύο νύχτες συνεχόμενες. Παρηγοριά μεγάλη για τους πιστούς χριστιανούς ήταν σ' εκείνα τα χρόνια η Λαύ­ρα του αγίου Αλεξάνδρου και ο Γέροντάς της...
Λένε ότι στα τέλη της δεκαετίας του '20 επισκέπτηκε τον Γέροντα μία δαιμονισμένη γυναίκα. Ο πα­τήρ Σεραφείμ πήρε λίγο λάδι από το καντήλι που έ­καιγε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την επί­χρισε μ' αυτό. Και αμέσως ο δαίμονας άφησε την γυ­ναίκα.
Τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντα και το χά­ρισμα του να παρηγορεί τους ανθρώπους, τον έκαναν γνωστό και πέρα από την πόλη του αγίου Πέτρου. Άνθρωποι από όλα τα μέρη της Ρωσίας έρχονταν στην Λαύρα για να πάρουν την ευλογία του, να παρηγορη­θούν και να τον συμβουλευτούν. Ο ίδιος ο πατήρ Σε­ραφείμ έλεγε το εξής για τον εαυτό του:
-Είμαι η αποθήκη όπου μαζεύονται οι θλίψεις των ανθρώπων.
Τα χρόνια ήταν δύσκολα, και για την Λαύρα του α­γίου Αλεξάνδρου ήλθε η εβδομάδα των Παθών. Μέσα σε μία νύχτα όλοι σχεδόν οι μοναχοί της Λαύρας συ­νελήφθησαν. Άλλοι εξορίστηκαν, άλλοι κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Πολλοί είχαν μαρτυρι­κό τέλος. Οι περισσότεροι μοναχοί της Λαύρας στάλ­θηκαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Σολοβκί.
Το 1933 ο πατήρ Σεραφείμ πήγε στην μικρή πόλη Βίριτσα και εκεί έμεινε. Λένε ότι για να πάει στην Βίριτσα τον βοήθησε ένας στρατιωτικός, πνευματικό του παιδί. Οι γιατροί βρήκαν στον πατέρα Σεραφείμ πολλές ασθένειες και φαινόταν ότι σήμερα - αύριο ο Γέροντας θα πεθάνει. Γι' αυτό οι αρχές τον άφησαν ε­λεύθερο και του επέτρεψαν να μένει στην Βίριτσα.
Εδώ στην Βίριτσα φανερώθηκαν πλήρως όλα τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντα: η διορατικότητά του, η χάρη της προσευχής και της θαυματουργίας... Λένε ότι πολλά χρόνια πριν αρχίσει ο δεύτερος Πα­γκόσμιος πόλεμος ο Γέροντας έλεγε σ' ένα πνευματι­κό του παιδί που λεγόταν Ευδοκία:
-Να χτίσετε εδώ το σπίτι σας, γιατί μπορεί να γί­νει πόλεμος και θα έχουμε πείνα.
Τον άκουσαν και χτίσανε το σπίτι τους στη Βίρι­τσα. Είναι μόνο ένα παράδειγμα που δείχνει το προ­φητικό χάρισμα του Γέροντα.
Ο πατήρ Σεραφείμ γνώριζε την πνευματική κατά­σταση και τις ανάγκες των πνευματικών του παιδιών και αν ακόμα αυτά βρίσκονταν πολύ μακριά. Προσευ­χόταν για όλους, σ' αυτούς, όμως, που η κατάστασή τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, έστελνε πρόσφορο ή κάποιο άλλο δώρο και τους καλούσε να έλθουν στην Βίριτσα.
Μια φορά ο πατήρ Σεραφείμ είπε στο πνευματικό του παιδί Ευδοκία:
-Πάρε την διεύθυνση, σ' αυτή την διεύθυνση μέ­νει μία δούλη του Θεού Άννα, έχει θλίψεις πάνω από το κεφάλι, πες της να έλθει σε μένα.
Η Ευδοκία βρήκε την Άννα, όπως της είπε ο Γέ­ροντας. Πραγματικά είχε πολλές θλίψεις. Είχε προ­βλήματα με τον άνδρα της, τα παιδιά της όλα ήταν άρρωστα και η ίδια ήταν βυθισμένη σε απελπισία. Η Άννα δεν ήξερε ότι ο πατήρ Σεραφείμ μένει στη Βίρι­τσα. Πριν κλείσει η Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου η Άννα επισκεπτόταν τακτικά τον Γέροντα και λυπήθη­κε πάρα πολύ όταν τον έχασε. Την δύσκολη στιγμή της ζωής ο Γέροντας μόνος του την βρήκε, την κάλε­σε κοντά του, την παρηγόρησε και την βοήθησε να λύσει τα προβλήματά της.
Ένα άλλο παράδειγμα. Ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα, που λεγόταν Θεοδοσία, πριν γίνει η επανά­σταση του 1917 ήταν πλούσια και βοηθούσε την Λαύ­ρα του αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι. Μετά η Λαύρα έ­κλεισε και οι μοναχοί της εξορίστηκαν. Συνελήφθη και η Θεοδοσία και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκε­ντρώσεως.
Βγήκε από την φυλακή τελείως άρρωστη, δεν μπό­ρεσε να βρει δουλειά για να βγάλει το ψωμί της και ούτε είχε σπίτι πού να μένει. Έτσι βαθιά απελπισμένη νόμιζε ότι έφτασε η τελευταία της ώρα. Τότε ήλθε σ' αυτήν μία απεσταλμένη του Γέροντα και της είπε:
-Ο γέροντας σε καλεί στη Βίριτσα.
Τι έγινε μετά, λέει η ίδια η Θεοδοσία. «Δεν πίστε­ψα στα λόγια της και της είπα: «Αν είναι ο Γέροντάς μου ας με γιατρέψει πρώτα και τότε θα πάω σ' αυτόν!»
Η απεσταλμένη, βλέποντας τέτοια θρασύτητα, έ­φυγε. Το πρωί αισθάνθηκα πολύ καλύτερα, η ασθένεια εξαφανίστηκε, ήμουν γεμάτη ζωντάνια και δύνα­μη. Αποφάσισα να πάω στην Βίριτσα, αν και δεν πίστευα απολύτως στα λόγια της απεσταλμένης. Όταν έφτασα στην Βίριτσα και είδα τον Γέροντα, με χαιρέ­τησε με τα λόγια του Ευαγγελίου' «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29). Με δάκρυα χα­ράς στα μάτια, έπεσα στα πόδια του πνευματικού μου πατέρα, που ποτέ δεν ξεχνάει τα παιδιά του και τα εν­δυναμώνει στην πίστη.
Μια φορά επισκέπτηκε τον Γέροντα μία γυναίκα με την κόρη της που είχε παράλυτο το αριστερό χέρι. Η γυναίκα αυτή είχε ακούσει για τον Γέροντα ότι κάνει θαύματα και έφερε σ' αυτόν την κόρη της, με την ελπί­δα, ότι θα την γιατρέψει. Όταν μπήκαν μέσα στο κελί του πατέρα Σεραφείμ και τον πλησίασαν για να πάρουν την ευλογία του, ο Γέροντας σηκώθηκε από την πολυ­θρόνα, όπου καθόταν, για να τους χαιρετήσει και ακούμπησε στον αριστερό ώμο του κοριτσιού. Εκείνη την στιγμή το ξερό χέρι έγινε γερό όπως και το άλλο...
Ο Κύριος αποκάλυπτε στον πατέρα Σεραφείμ την ήμερα του θανάτου κάποιων ανθρώπων. Και σε μερι­κούς απ' αυτούς ο Γέροντας έστελνε την αδελφή Σεραφείμα, η οποία ήταν βοηθός του, για να τους προει­δοποιήσει να προετοιμαστούν καλύτερα για την στιγ­μή εκείνη, που θα περάσουν στην αιωνιότητα. Γι' αυτό οι γνωστοί έλεγαν την αδελφή Σεραφείμα, «άγγελο του θανάτου».
Μια φορά ένας από τους επισκέπτες είπε στον πα­τέρα Σεραφείμ:
-Παππούλη, πόσες ασθένειες και θλίψεις υποφέρατε για μας. Ο Θεός να σάς βοηθήσει!
-Και εσένα να σε βοηθήσει ο Θεός, - του απάντησε ο γέροντας, προβλέποντας το μέλλον του.
Πραγματικά αργότερα ο άνθρωπος αυτός συνελή­φθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, ό­που υπέφερε πολλά. Και εκεί πολλές φορές του έρχονταν στη μνήμη τα προφητικά αυτά λόγια του πατρός Σεραφείμ.
Πολλά πνευματικά παιδιά του Γέροντα, ιδιαίτερα αυτοί που ήταν ιερωμένοι, βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, σε φυλακές και εξορίες. Ο Γέροντας πάντα, με πρώτη ευκαιρία, άρχιζε αλληλογραφία μ' αυτούς τους ανθρώπους, τους έστελνε τρόφιμα και χρήματα.
Πάρα πολλοί άνθρωποι επισκέπτονταν τον Γέρο­ντα στην Βίριτσα για να βρουν βοήθεια και παρηγο­ριά και αυτό δεν μπόρεσε να μείνει κρυφό από τις αρχές. Πολλές φορές έψαχναν το κελί του. Συνήθως έρ­χονταν την νύχτα αλλά μια φορά ήλθαν το μεσημέρι. Τρεις άνθρωποι μπήκαν στο σπίτι και ήθελαν να πά­ρουν τον πατέρα Σεραφείμ. Αλλά η εγγονή του γέρο­ντα Μαργαρίτα στάθηκε στην πόρτα και είπε στους ε­πισκέπτες:
-Πρώτα εμένα πρέπει να σκοτώσετε και μόνο τό­τε θα μπορέσετε να πάρετε τον παππούλη. Είναι πολύ άρρωστος και πολύ αδύνατος. Δεν μπορεί να πάει που­θενά. Δεν θα αντέξει.
Τότε ένας απ' αυτούς, εκείνος που ήταν επικεφαλής της ομάδας διέταξε να φωνάξουν τον γιατρό. Εκείνος, όταν ήλθε, επιβεβαίωσε ότι στην κατάσταση όπου βρι­σκόταν ο Γέροντας και με τις ασθένειες που είχε δεν ή­ταν δυνατόν να τον πάνε πουθενά. Έτσι ο Κύριος έσω­σε πάλι τον δούλο του. Εκείνη την εποχή πολύ συχνά επισκέπτονταν τον Γέροντα οι πράκτορες του NKVD (Λαϊκό Κομιτάτο Εσωτερικών Υποθέσεων), αναζητώντας τους κρυμμένους θησαυρούς της Λαύρας.
Μια φορά τον επισκέπτηκαν ξανά οι πράκτορες του NKVD. Ο Γέροντας τότε ήταν άρρωστος, καρφω­μένος στο κρεβάτι του πόνου. Φώναξε κοντά του έναν από τους επισκέπτες, τον κοίταξε με πολύ αγάπη και στοργή στα μάτια, προσευχόμενος μέσα στην καρδιά του γι' αυτόν τον άνθρωπο. Μετά πήρε το χέρι του, το χάιδεψε και έβαλε το δικό του δεξιό χέρι πάνω στο κεφάλι εκείνου του ανθρώπου, λέγοντας:
-Να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σου, δούλε του Θε­ού, - και είπε το όνομά του.
Η δύναμη της αγάπης νίκησε. Η καρδιά του αδυσώπητου πράκτορα μαλάκωσε και το βλέμμα του έγι­νε πιο φιλικό. Η συζήτηση συνέχισε σαν να ήταν ο Γέροντας και ο πράκτορας του NKYD παλαιοί και στενοί φίλοι. Και οι άλλοι που ήλθαν μαζί του να ψά­ξουν το σπίτι έβλεπαν πλέον τον Γέροντα πιο φιλικά.
Παρά το ότι ήταν πολύ αδύναμος και είχε πολλές ασθένειες ο πατήρ Σεραφείμ την νύχτα προσευχόταν και την ημέρα χιλιάδες άνθρωποι έφερναν σ' αυτόν τις θλίψεις, τον πόνο και τα προβλήματά τους. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ήταν πέλαγος τα θαύμα­τα που έγιναν με την προσευχή του Γέροντα και ιδιαί­τερα την εποχή του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
Λίγες μέρες πριν αρχίσει ο πόλεμος μεταξύ Σοβιε­τικής Ένωσης και Γερμανίας ο Γέροντας είπε σε μία γυναίκα, πνευματικό του παιδί:
-Την Παρασκευή να έλθεις οπωσδήποτε, γιατί την Κυριακή θ' αρχίσει πόλεμος, και δεν θα ειδωθού­με πολύ καιρό.
Την Παρασκευή εκείνη δεν ήλθε και την Κυρια­κή, στις 22 Ιουνίου του 1941 άρχισε ο πόλεμος.
Στην αρχή του πολέμου πολλοί κάτοικοι της Βίρι­τσα επισκέπτονταν τον Γέροντα και τον ρωτούσαν αν πρέπει ν' αφήσουν τα σπίτια τους και να φύγουν για να σωθούν από τους Γερμανούς ή να μείνουν στην Βί­ριτσα. Και ο Γέροντας τους απαντούσε με σιγουριά:
-    Η Βίριτσα θα σωθεί, ούτε ένα σπίτι δεν θα καεί και ούτε ένας άνθρωπος δεν θα σκοτωθεί εδώ.
Έτσι ακριβώς και έγινε. Το Σεπτέμβριο του 1941 οι Γερμανοί μπήκαν στην Βίριτσα αλλά δεν έκαναν λεηλασίες και δεν σκότωσαν ούτε έναν κάτοικο της πόλης...
Οι Γερμανοί στρατιώτες όταν έμαθαν για τον πα­τέρα Σεραφείμ, για το προφητικό του χάρισμα, άρχι­σαν να τον επισκέπτονται και να τον ρωτάνε ποιο θα είναι το τέλος του πολέμου, θα νικήσει ή όχι ο Χίτ­λερ. Ο Γέροντας με ειλικρίνεια απαντούσε ότι δεν θα μπορέσει ο Χίτλερ να νικήσει την Ρωσία
-Ποτέ δεν θα πάρετε το Λένινγκραντ. Είμαστε ορ­θόδοξος λαός, η πίστη τώρα διώκεται αλλά σε λίγο θα έλθει η ελευθερία.
Σ' έναν από τους αξιωματικούς ο πατήρ Σεραφείμ είπε:
-   Θα φτάσεις μέχρι την Πολωνία και εκεί θα βρεις το τέλος σου. Δεν θα γυρίσεις στο σπίτι.
Αργότερα, την δεκαετία του '70 ήλθε στην Βίρι­τσα ένας Ρουμάνος που τον καιρό του δευτέρου Πα­γκοσμίου πολέμου υπηρετούσε στο γερμανικό στρατό μαζί μ' εκείνον τον αξιωματικό και είπε ότι έγινε α­κριβώς έτσι όπως έλεγε ο πατήρ Σεραφείμ. Ο αξιωματικός εκείνος σκοτώθηκε κοντά στη Βαρσοβία.
Ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε προφητικά ότι στο μέ­ρος εκείνο στην Βίριτσα, όπου βρισκόταν η εκκλησία της Παναγίας του Καζάν, δεν θα χυθεί αίμα. Πραγμα­τικά το 1944, όταν 3  χιλιόμετρα έξω από την Βίριτσα γίνονταν σκληρές μάχες, στην περιοχή γύρω από το ναό ούτε ένα σπίτι δεν καταστράφηκε.
Ο Γέροντας πάντα έλεγε, ότι οι Γερμανοί θα φύ­γουν.
-Είναι επισκέπτες και οι επισκέπτες δεν κάθονται πολύ, φεύγουν.
Κάποιος μετέδωσε αυτά τα λόγια στον στρατιωτι­κό διοικητή της πόλης και εκείνος έστειλε στο σπίτι του Γέροντα στρατιώτες για να τον σκοτώσουν. Μό­λις μπήκαν στο κελί του, ο Γέροντας είπε:
-Να, ήλθαν οι φονιάδες! Ποιον θέλετε να σκοτώ­σετε; Βλέπετε τον σταυρό και πάνω του τον Σωτήρα. Τον Χριστό θα πυροβολήσετε; Και λέγεστε χριστια­νοί;
Τα είπε αυτά στα γερμανικά επειδή ήξερε την γερ­μανική γλώσσα, γιατί, όπως είπαμε, ταξίδευε παλιά στη Γερμανία για εμπορικές υποθέσεις. Και μετά πρό­σθεσε, λέγοντας στον καθένα από τους στρατιώτες:
-Zwei Kinder, drei Kinder (δηλαδή ο ένας έχει δύο παιδιά, ο άλλος τρία). Και τελειώνοντας είπε:
-Πέστε στον διοικητή  ό,τι έσπειρες στη Ρωσία θα το θερίσεις στο σπίτι σου.
Οι αυτόπτες μάρτυρες αυτής της συζήτησης λένε ότι ο Γέροντας είπε προφητικά κάτι που αφορούσε προσωπικά τον διοικητή, γι' αυτό εκείνος δεν τόλμη­σε να κάνει κακό στον Γέροντα.
Τον καιρό του πολέμου ο πατήρ Σεραφείμ εκτός από την αυστηρή νηστεία και την προσευχή, για να σωθεί ο λαός της Ρωσίας από αφανισμό, προσευχόταν χίλιες νύχτες πάνω σε μία πέτρα μπροστά στην εικό­να του αγίου Σεραφείμ του Σαρόβ, μιμούμενος σ' αυτό τον προστάτη του τον άγιο Σεραφείμ.
Ο γέροντας το 1942 έγραψε ένα μικρό ποίημα γι' αυτή την προσευχή του:
Στην χαρά και την θλίψη μοναχός, αδύνατος γέροντας
Στον κήπο κατεβαίνει και στην ηρεμία της νύχτας γονατίζει μπροστά στην αγία εικόνα
Και ικετεύει τον Θεό για τον κόσμο όλο, για τον κάθε άνθρωπο

Και στον Άγιο προσεύχεται για την πατρίδα του:
Πρέσβευε στην Βασίλισσα του κόσμου, μεγάλε Σεραφείμ,
Αυτή είναι η δεξιά του Χριστού και η βοήθεια των πονεμένων,
Η προστασία των αδυνάτων και η περιβολή των γυμνών,
Θα σώσει στις μεγάλες θλίψεις τους δούλους της...
Στις αμαρτίες μας χανόμαστε, γιατί έχουμε αφήσει τον Θεό
Είναι ύβρις κατά του Θεού όλα τα έργα μας.
Τα πνευματικά παιδιά και οι συγγενείς του Γέρο­ντα λένε ότι ο πατήρ Σεραφείμ όλες τις νύχτες προσευχόταν. Την ημέρα μαζεύονταν πολλά χαρτιά με ο­νόματα για μνημόνευση υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως που τα φέρνανε οι επισκέπτες. Την νύχτα ο Γέ­ροντας τα διάβαζε όλα και το πρωί τα πηγαίνανε στην εκκλησία της Παναγίας του Καζάν, όπου στέλνανε και περισσότερα χρήματα και δώρα που φέρνανε στον Γέροντα οι επισκέπτες...
Τον καιρό του πολέμου μία γυναίκα επισκέφτηκε τον Γέροντα με την κόρη της για να πάρει ευλογία να φύγει από την Βίριτσα και να πάει σ' ένα μέρος πιο ασφαλές. Ο Γέροντας αγκάλιασε το κορίτσι και έμενε πολλή ώρα προσευχόμενος, κρατώντας στα χέρια του το κεφάλι του κοριτσιού και μετά είπε:
-Σωθήκατε.
Και τους έδωσε ευλογία να φύγουν. Ταξίδευαν με τρένο. Στο δρόμο τα γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν ένα σιδηροδρομικό σταθμό και όλα τα τρένα, τα οποία περίμεναν τότε στο σταθμό με τους επιβάτες τους καταστράφηκαν. Το δικό τους όμως τρένο είχε καθυστέρηση στο δρόμο και άργησε να φτάσει σ' ε­κείνο το σταθμό, πράγμα που τους έσωσε τη ζωή.
Όταν τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην Βί­ριτσα μία γυναίκα με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ήλθε στο σπίτι του πατέρα Σεραφείμ:
-Παππούλη, οι Γερμανοί ήλθαν στο σπίτι μας και μας είπαν να φύγουμε.
-Κάθισε ήσυχα, μαζί θα είμαστε, δεν θα πάμε πουθενά.
Μετά από λίγο οι Γερμανοί ήλθαν ξανά και τους είπαν πάλι να φύγουν, τώρα με απειλές. Τι να κάνουν; Άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους. Αλλά ο Γέ­ροντας τους είπε ξανά:
-Μην φύγετε.
Οι Γερμανοί δεν ξαναήλθαν στο σπίτι τους.
Όταν η περιοχή της Βίριτσα βρισκόταν υπό κατο­χή μία γυναίκα έμεινε έγκυος και ήθελε να κάνει την έκτρωση. Στον άνδρα της δεν είπε τίποτα και περίμε­νε την κατάλληλη στιγμή να κάνει αυτό που είχε αποφασίσει. Επισκέφτηκε μια φορά τον πατέρα Σεραφείμ και εκείνος της είπε:
-Φαντάσου τι γίνεται σήμερα. Κάποιες μητέρες, που ομοιάζουν στην απανθρωπιά και την σκληρότητά τους τον Ηρώδη, σφάζουν τα δικά τους αθώα παιδιά.
Κατάλαβε η γυναίκα ότι ο Γέροντας τα ξέρει όλα, γονάτισε μπροστά του με δάκρυα στα μάτια και ομο­λόγησε το σφάλμα της. Όταν το παιδί γεννήθηκε, και ήταν κορίτσι, ο πατήρ Σεραφείμ μόνος του διάλεξε γι' αυτό το όνομα και ο ίδιος όρισε τους αναδόχους.
Το 1944 οι Γερμανοί πολλούς από τους κατοίκους της Βίριτσα τους πήραν για καταναγκαστική δουλειά στην Γερμανία. Στα μέλη μίας οικογένειας, που οι γερμανικές αρχές αποφάσισαν να τους στείλουν στη Γερμανία, ο πατήρ Σεραφείμ είπε προφητικά ότι όλοι τους θα επιστρέψουν στην πατρίδα και θα μένουν ό­λοι μαζί σε μία μεγάλη πόλη. Έτσι και έγινε. Παρά το ότι όλοι τους οδηγήθηκαν σε γερμανικό στρατόπε­δο συγκεντρώσεως ο Κύριος τους έσωσε. Όλοι γύρι­σαν στην πατρίδα και μετά ζούσαν στο Λένινγκραντ.
Σώζεται η διήγηση μιας γυναίκας, η οποία τον καιρό του πολέμου ζούσε στην Βίριτσα και επισκε­πτόταν τον πατέρα Σεραφείμ σχεδόν κάθε μέρα. Τη νύχτα με τη μητέρα της φοβούνταν να μένουν μόνες τους στο σπίτι επειδή συχνά γίνονταν βομβαρδισμοί. Γι' αυτό πολλές φορές έμεναν για διανυκτέρευση στο σπίτι του Γέροντα. Εκεί πάντα αισθάνονταν ασφάλεια και ποτέ δεν κατέβαιναν στο καταφύγιο, όταν γί­νονταν οι αεροπορικές επιδρομές.
Μια φορά επισκέπτηκε τον Γέροντα μία γυναίκα. Την είχαν ειδοποιήσει ότι ο γιος της κατατάσσεται μεταξύ των αγνοουμένων και δεν ήξερε πώς να προ­σεύχεται γι' αυτόν - είτε ως ζωντανό είτε ως πεθαμένο. Ο Γέροντας της είπε:
-Πήγαινε αμέσως στο Νοβοροσίσκ, μη καθυστε­ρείς γιατί μπορεί να μην προλάβεις.
Μόλις βγήκε από το σπίτι του Γέροντα πήγε στο σταθμό και πήρε το τρένο για Νοβοροσίσκ. Και πρό­λαβε τον γιο της πριν τον θάψουν μαζί με τους άλ­λους σ' ένα ομαδικό τάφο. Ο γιος της υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό. Το πλοίο του βυθίστηκε, παίρνοντας μαζί όλο το πλήρωμα. Η θάλασσα ξέβρα­σε το πτώμα του στη στεριά αλλά επειδή κανείς δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει αποφάσισαν να τον θά­ψουν σ' ένα ομαδικό τάφο. Και αυτή ακριβώς την ημέρα, όταν έφτασε η μητέρα του στο Νοβοροσίσκ, έ­πρεπε να γίνει η ταφή του...
Έχουμε πει παραπάνω ότι όταν ακόμα ο πατήρ Σεραφείμ ήταν πνευματικός της Λαύρας του αγίου Α­λεξάνδρου Νιέβσκι έλεγε στον τότε αρχιεπίσκοπο της Χουτίν Αλέξιο Σιμάνσκι ότι θα γίνει πατριάρχης Μό­σχας. Το 1944, όταν έσπασε η πολιορκία του Λένιν­γκραντ, ο μητροπολίτης Λένινγκραντ Αλέξιος Σιμάν­σκι επισκέπτηκε στην Βίριτσα τον πατέρα Σεραφείμ. Και έγινε αυτό με τον εξής τρόπο.
Μία μέρα ο πατήρ Σεραφείμ είπε στους δικούς του:
- Τώρα θα έλθει ο μητροπολίτης.
Η αδελφή Σεραφείμα χαμογέλασε μέσα της, όταν το άκουσε, γιατί της φάνηκε απίθανο. Τι έγινε μετά μάς το λέει ένας αυτόπτης μάρτυρας: «Κάποιος χτύπη­σε την πόρτα και μετά μέσα στο δωμάτιο μπήκαν οι υποδιάκονοι του μητροπολίτη Λένινγκραντ Αλεξίου και είπαν ότι ο Σεβασμιώτατος ήλθε να δει τον Γέρο­ντα. Αμέσως μετά μπήκε στο κελί του Γέροντα ο μη­τροπολίτης Αλέξιος και γονάτισε μπροστά στο κρε­βάτι του. Ο πατήρ Σεραφείμ πήρε την ευλογία του και του φίλησε το χέρι. Ο μητροπολίτης έμεινε γονα­τιστός μπροστά στο κρεβάτι του Γέροντα. Μετά πήρε αυτός το χέρι του πατέρα Σεραφείμ και το φίλησε.
Ο Γέροντας τον παρακάλεσε να σηκωθεί, λέγο­ντας ότι αυτός θα έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον πατριάρχη Μόσχας.
-Θα καθίσετε στον πατριαρχικό θρόνο της Μό­σχας, Σεβασμιώτατε, και θα είστε πατριάρχης για 25 χρόνια, όπως παλιά ο προστάτης σας, ο άγιος Αλέ­ξιος μητροπολίτης Μόσχας.
Ο μητροπολίτης Αλέξιος άρχισε να του λέει ότι όπως αυτός βλέπει τα πράγματα, μάλλον αυτό που λέ­ει ο Γέροντας είναι αδύνατον να γίνει. Τότε ο πατήρ Σεραφείμ του είπε:
-«Ο Στάλιν θα σας στείλει πρόσκληση και θα σας εκλέξουν πατριάρχη. Έγινε ακριβώς έτσι, όπως το προείπε ο γέροντας. Όλη τη ζωή του ο πατριάρχης Αλέξιος ευλαβείτο πολύ την μνήμη του πατέρα Σερα­φείμ».
Ο πόλεμος ακόμα δεν είχε τελειώσει και ο Γέρο­ντας σκεφτόταν ποια θα είναι η ζωή μετά τον πόλεμο και έδινε διάφορες συμβουλές στους ανθρώπους πώς να τακτοποιήσουν καλύτερα την ζωή τους μετά τον πόλεμο. Έλεγε ότι τα πράγματα θ' αλλάξουν, ότι θα ανοίγονται εκκλησίες και μοναστήρια και θα αναζωπυρωθεί η πίστη στην καρδιά των ανθρώπων.
Το 1945 κοιμήθηκε εν Κυρίω η μοναχή Σεραφείμα, η οποία ήταν κάποτε η σύζυγος του Βασιλείου. Αυτή η μοναχή Σεραφείμα όλα τα χρόνια που ο Γέρο­ντας ζούσε στην Βίριτσα βρισκόταν κοντά του και τον βοηθούσε. Την έθαψαν δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας του Καζάν και ο Γέροντας είπε τότε:
-Θα είμαι και εγώ εδώ μαζί της.
Ο πόλεμος τελείωσε. Κάθε μέρα πάρα πολύς κό­σμος επισκεπτόταν τον Γέροντα στο σπίτι του στην Βίριτσα. Ο πατήρ Σεραφείμ ήταν τότε πάρα πολύ αδύναμος, γι' αυτό δεχόταν τους ανθρώπους ξαπλωμέ­νος στο κρεβάτι του.
Τον επισκέπτονταν όχι μόνο οι κάτοικοι της Βίριτσα αλλά και οι άνθρωποι από την γύρω περιοχή, ακόμα και από το Λένινγκραντ, φέρνοντας σ' αυτόν τον πόνο και τις θλίψεις τους. Και όλους τους δεχό­ταν ο Γέροντας. Κάθε μέρα έβλεπε κανείς έξω από το σπίτι του ανθρώπους που περίμεναν την σειρά τους να μιλήσουν με τον Γέροντα.
Οι περισσότεροι ρωτούσαν για τους αγνοούμενους συγγενείς τους. Και ο Γέροντας, που ο Θεός του αποκάλυπτε ποια είναι η τύχη αυτών των ανθρώπων, έλε­γε: «να προσεύχεσαι υπέρ υγείας», ή «υπέρ αναπαύσεως πρέπει να προσεύχεσαι». Σε μία γυναίκα που του έ­κανε μία τέτοια ερώτηση, ο πατήρ Σεραφείμ, είπε:
- Από πού να ξέρω με ποιο τρένο θα έλθει; Τώρα στο Λένινγκραντ επιβιβάζεται στο τρένο. Δεν ξέρω α­κριβώς με ποιο θα έλθει μ' αυτό ή με το επόμενο.
Πραγματικά εκείνη την στιγμή ο γιος αυτής της γυναίκας έμπαινε στο τρένο για να πάει στο σπίτι του στην Βίριτσα.
Μια φορά επισκέπτηκε τον Γέροντα μία γυναίκα από τα πνευματικά του παιδιά και τον ρώτησε για τον άνδρα της από τον οποίον πολύ καιρό δεν είχε νέα:
-Ζει ο δικός σου ο Νικολάκης και σε λίγο θα γυ­ρίσει σπίτι, αλλά θα πονάει πολύ το κεφαλάκι του.
Πραγματικά ο Νικόλαος γύρισε αλλά είχε ένα σο­βαρό τραύμα στο κεφάλι του.
Μία γυναίκα, Αγάπη το όνομά της, λέει το εξής: «Προς το τέλος του πολέμου έμαθα ότι ο άνδρας μου σκοτώθηκε. Δεν ήθελα να πιστέψω σ' αυτό. Είχα δύο παιδιά και θα ήταν πολύ δύσκολο εκείνη την με­ταπολεμική εποχή να τα μεγαλώσω μόνη μου. Δεν πί­στευα, λοιπόν, πως έμεινα μόνη, σκεφτόμουν πως έγι­νε λάθος και ότι ο άνδρας μου θα γυρίσει. Το 1947 μα­ζί με μία γνωστή μου, που ο άνδρας της ήταν αγνοούμενος, πήγαμε στον πατέρα Σεραφείμ. Πρώτη τον ρώ­τησε η φίλη μου:
-Παππούλη, ο άνδρας μου σκοτώθηκε και σκέ­φτομαι να παντρευτώ για δεύτερη φορά.
Ο πατήρ Σεραφείμ κούνησε απειλητικά το δάχτυ­λό του και, χαμογελώντας, είπε:
-Μην το σκέφτεσαι. Ο δικός σου ζει και όταν ε­πιστρέψει μπορεί να έχεις προβλήματα.
Μετά ο Γέροντας γύρισε σε μένα και μου είπε να καθίσω πιο κοντά. Χωρίς να με ρωτήσει τίποτα, μου είπε:
-Δεν πιστεύεις και όμως ο άνδρας σου πέθανε. Πρέπει να παντρευτείς ξανά. Γιατί να μην παντρευτείς, αφού ενδιαφέρεται για σένα ένας καλός άνθρωπος».
Ο Γέροντας στα δικά του πνευματικά παιδιά έλε­γε να χτίζουν στην Βίριτσα ξενώνες, δηλαδή σπίτια για τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν. Συνήθως άρχιζαν χωρίς να έχουν ούτε χρήματα ούτε υλικά, αλ­λά με την ευλογία του Γέροντος βρίσκονταν όλα. Πραγματικά έχτισαν μερικά τέτοια σπίτια όπου ο Γέ­ροντας άρχισε να στέλνει για διανυκτέρευση τους επισκέπτες του.
Μετά τον πόλεμο υπήρχε σ' όλη την χώρα μεγάλο πρόβλημα στέγασης. Χρόνια ολόκληρα άνθρωποι έ­ψαχναν σπίτι και δεν μπορούσαν να βρουν. Πολλοί έρχονταν στον πατέρα Σεραφείμ με δάκρυα στα μάτια τους και ζητούσαν βοήθεια. Ο πατήρ Σεραφείμ τους ευλογούσε, δίνοντάς τους θάρρος και μετά από λίγο καιρό οι άνθρωποι έβρισκαν στέγη...
Μια μέρα επισκέπτηκε τον Γέροντα μία γυναίκα που όλη τη διάρκεια του πολέμου βρισκόταν στη γραμμή μετώπου και πολεμούσε, και, όταν γύρισε, δεν μπόρεσε να βρει σπίτι πού να μένει και δουλειά για να βγάζει το ψωμί της.
-Αυτά τα ασήμαντα δεν πρέπει να τα πολυσκέφτεσαι, της είπε ο Γέροντας· θα τα έχεις όλα, μόνο τον Θεό να μην ξεχνάς.
Πραγματικά σε λίγο βρήκε και δουλειά και σπίτι...
Ο Γέροντας προέβλεπε ποιοι άνθρωποι θα έλθουν να ζητήσουν την βοήθειά του.
Ένας άνθρωπος έγινε αλκοολικός. Έκλεβε πράγ­ματα από το σπίτι του και τα πουλούσε για να ικανο­ποιεί το πάθος του. Τον άφησε η γυναίκα του επειδή δεν μπόρεσε να ζει μαζί του, και πήρε και το παιδί. Ένας φίλος του έμαθε πως στην Βίριτσα ζει μοναχός που μπορεί να θεραπεύσει αυτό το πάθος του και άρ­χισε να τον παρακαλά να πάνε να τον δουν. Αυτός στην αρχή δεν το δεχόταν αλλά μετά συμφώνησε. Μια μέρα, λοιπόν, πήραν το τρένο και πήγαν στο Λέ­νινγκραντ. Εκεί όταν ο φίλος του πήγε να πάρει εισι­τήρια για Βίριτσα αυτός πήγε στην τουαλέτα και εκεί για ένα ποτήρι βότκα πούλησε και το πουκάμισο του και το εσώρουχο και ο ίδιος έμεινε με την ζακέτα και το παντελόνι. Ο φίλος του, όταν τον βρήκε, δεν μπό­ρεσε να καταλάβει πώς και πού αυτός βρήκε βότκα. Πήραν λοιπόν το τρένο και πήγαν στην Βίριτσα.
Όταν έφτασαν στο σπίτι του Γέροντα και μπήκαν μέσα, ο πατήρ Σεραφείμ εξηγούσε την παραβολή του Κυρίου για το χαμένο πρόβατο. Ο αλκοολικός όταν το άκουσε είπε στον φίλο του:
-Πού με έφερες, εδώ δεν υπάρχουν άνθρωποι, μό­νο πρόβατα. Και δεν ήθελε να μπει μέσα αλλά προ­σπάθησε να φύγει.
-Δεν έχω τι να κάνω εδώ, θέλω να φύγω. Ξαφνικά άκουσε τον Γέροντα να τον φωνάζει: -Σέργιε, έλα εδώ.
Εκείνος τα έχασε. Αμέσως ξεμέθυσε και ρώτησε τον φίλο του:
-Από πού με ξέρει; Ο Γέροντας πάλι φώναξε δυνατά: -Σέργιε, που ήλθες μαζί με τον φίλο σου, έλα μπες μέσα.
Όταν ο Σέργιος μπήκε μέσα στο κελί είδε εκεί πο­λύ κόσμο. Τότε ο Γέροντας είπε:
-Βλέπετε, αδελφοί μου, αυτόν τον άνθρωπο; Τον έδιωξε η μητέρα του και τον άφησε η γυναίκα του. Εί­ναι σε μία ελεεινή κατάσταση. Μόλις τώρα στο σιδη­ροδρομικό σταθμό πούλησε για ένα ποτήρι βότκα το εσώρουχο και το πουκάμισό του και ήλθε εδώ σε μάς μόνο με την ζακέτα. Τον εγκατέλειψαν οι άνθρωποι, αλλά δεν τον εγκατέλειψε ο Θεός, του έστειλε έναν φίλο που τον έφερε εδώ με την ελπίδα ότι θα τον βοη­θήσουμε. Ο Κύριος τον βοήθησε διότι υπάρχουν άν­θρωποι που προσεύχονται γι' αυτόν. Τώρα μέσα του γίνεται μάχη, σφοδρή μάχη. Το πονηρό πνεύμα που τον έχει κυριέψει τον παρακινεί να με χτυπήσει, να χτυπήσει τον φίλο του και να φύγει από δω. Και είναι πολύ δύσκολο να τον συγκρατήσουμε. Το πονηρό πνεύμα μισεί αυτό το μέρος γιατί εδώ προσεύχονται, εδώ υπάρχουν εικόνες.
Λοιπόν, αγαπητοί μου, από μάς εξαρτάται τώρα πού θα πάει αυτός ο δυστυχισμένος άνθρωπος και τι θα γίνει μ' αυτόν. Ελάτε όλοι να προσευχηθούμε γι' αυτόν στον Κύριο και την Παναγία για να τον βοηθή­σουν. Όλοι που ήταν τότε μέσα στο κελί γονάτισαν μαζί με τον Γέροντα και άρχισαν να προσεύχονται, μερικοί με δάκρυα. Ξαφνικά ο αλκοολικός έπεσε κά­τω και ξέσπασε σε λυγμούς χτυπώντας το κεφάλι του στο πάτωμα. Και έτσι πολλή ώρα έκλαιε ξαπλωμένος κάτω στο πάτωμα και ο λαός γύρω του προσευχόταν.
Μετά ο γέροντας είπε:
-Από δω και στο εξής ο Σέργιος δεν θα πίνει. Υ­πήρχαν στιγμές στη ζωή του που ήθελε να αυτοκτονήσει αλλά δεν το έκανε, γιατί οι άλλοι προσεύχονταν γι' αυτόν. Η προσευχή μάς προφυλάσσει από τις υποβολές των σκοτεινών δυνάμεων. Και η πιο δυνατή προσευχή είναι η προσευχή των συγγενών και των φί­λων μας. Η προσευχή της μάνας μας ή κάποιου φίλου μας έχει πολλή δύναμη.
Ο Σέργιος σταμάτησε να πίνει και δεν έπινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Έγινε πιστός χριστιανός και πνευματικό παιδί του γέροντα...
Όταν ο πατήρ Σεραφείμ τελούσε ευχέλαια και αγιασμούς, μετά το τέλος της ακολουθίας, έκανε για ό­λους κοινό τραπέζι. Πριν αρχίσει το φαγητό ο Γέρο­ντας μόνος του έκοβε το ψωμί και έδινε στον καθένα από ένα κομμάτι. Επίσης μαζί με το ψωμί έδινε στον καθένα από τρία κομμάτια ζάχαρη. Δίνοντάς τα στον άνθρωπο τον ευλογούσε ταυτόχρονα. Στους αρρώστους ο Γέροντας έδινε πρόσφορα τα οποία τρώγο­ντας οι άνθρωποι γίνονταν καλά.
Ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε συχνά: «Πολλές φορές γινόμαστε άρρωστοι επειδή δεν προσευχόμαστε πριν αρχίσουμε το φαγητό μας και δεν ζητάμε από τον Θεό να το ευλογήσει. Παλιά οι άνθρωποι όλα που έκαναν τα έκαναν με προσευχή· προσεύχονταν όταν όργωναν την γη, στη σπορά προσεύχονταν, προσεύχονταν και όταν θέριζαν τους καρπούς. Εμείς σήμερα δεν γνωρί­ζουμε ποιοι παράγουν αυτά που τρώμε και πολλές φο­ρές δεν ξέρουμε ποιοι μαγειρεύουν το φαγητό μας. Μπορεί αυτοί να βρίζουν και να βλασφημούν, όταν το μαγειρεύουν, γι' αυτό καλό θα ήταν πριν φάμε το φαγητό μας να ρίξουμε πάνω του λίγο αγιασμό.
Όλα αυτά που χρησιμοποιούμε για τροφή είναι δώρα της αγάπης του Θεού στους ανθρώπους. Μέσω αυτών όλη η φύση και ο νοητός κόσμος των αγγέλων διακονούν τον άνθρωπο. Γι' αυτό κάθε φορά, όταν κα­θόμαστε για να φάμε, πρέπει να προσευχόμαστε με πολλή επιμέλεια...».
Ζούσε στην Βίριτσα μία γυναίκα και είχε μία κόρη που είχε γεννηθεί άλαλη. Και η ίδια αυτή η γυναίκα είχε πρόβλημα στα πόδια της και μόνο με πατερίτσες μπορούσε να περπατάει. Μία μέρα επισκέπτηκε τον Γέροντα μαζί με την κόρη της και εκείνος της είπε:
-Ο Κύριος θα σε βοηθήσει, να προσεύχεσαι. Η προσευχή της μητέρας πρέπει να βοηθήσει την κόρη.
Εκείνη γονάτισε στο κελί του Γέροντα, μπροστά στις εικόνες του και άρχισε να προσεύχεται. Προσευ­χόταν πολλή ώρα. Μετά ο Γέροντας είπε:
-Σήκω, ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου, ας με πλησιάσει το κορίτσι.
Ο Γέροντας έβαλε πάνω στο κεφάλι του παιδιού το επιτραχήλι του και προσευχήθηκε. Από τότε το κορίτσι άρχισε να μιλάει. Αλλά και η μητέρα, που με πατερίτσες ήλθε στο κελί του Γέροντα, γύρισε στο σπίτι της χωρίς πατερίτσες.
Μια μέρα έφεραν στον Γέροντα ένα κορίτσι που έπασχε από δυσεντερία και ήταν ετοιμοθάνατο. Ο πα­τήρ Σεραφείμ προσευχήθηκε για το παιδί, του έδωσε Θεία Κοινωνία και την ίδια ημέρα το κορίτσι έγινε καλά.
Μια φορά μία γυναίκα αρρώστησε. Η διάγνωση που έβγαλαν οι γιατροί ήταν σάρκωμα. Ο Γέροντας της έδωσε ευλογία να εγχειριστεί. Στο νοσοκομείο ό­που έγινε η εγχείρηση και μετά από αυτή, καθώς η γυναίκα αυτή βρισκόταν στο δωμάτιο ξαπλωμένη πά­νω στο κρεβάτι της, είδε πως άνοιξε η πόρτα και μπή­κε μέσα στο δωμάτιο ο πατήρ Σεραφείμ που την ρώτη­σε χαμογελώντας:
-Όλα καλά; Ζεις;
Άλλες γυναίκες που ήταν μαζί της στο δωμάτιο δεν είδαν τίποτα. Από τότε η ανάρρωσή της προχω­ρούσε πολύ γρήγορα. Την έβλεπαν πολλές φορές διά­φοροι καθηγητές ιατρικής και δεν πίστευαν στα μάτια τους γιατί μέχρι τότε την ασθένεια αυτή την θεωρού­σαν ανίατη.
Ζούσε κάποτε στο Λένινγκραντ μία γυναίκα μαζί με τον άνδρα της. Και αυτή και εκείνος ήταν γιατροί. Τον καιρό του πολέμου ήταν μαζί στο μέτωπο. Ο άν­δρας της ήθελε πάρα πολύ να έχει παιδιά, εκείνη ό­μως δεν ήθελε. Είχε κάνει 18 εκτρώσεις. Τελικά ο άν­δρας της την άφησε και βρήκε άλλη γυναίκα.
Όταν αυτή γύρισε μετά τον πόλεμο στο Λένιν­γκραντ δεν μπόρεσε να βρει δουλειά. Δεν είχε ούτε σπίτι πού να μείνει, γιατί αυτό το σπίτι που έμενε πα­λιά ήταν του άνδρα της. Κυριολεκτικά βρέθηκε στο δρόμο. Ήταν μέλος του κομουνιστικού κόμματος και απευθυνόταν σε διάφορους οργανισμούς αλλά κανείς πουθενά δεν την βοήθησε. Απελπίστηκε τόσο πολύ που σκέφτηκε να αυτοκτονήσει.
Μία μέρα, ενώ περπατούσε στο δρόμο, συνάντησε μία φίλη της που την είχε γνωρίσει τον καιρό του πο­λέμου. Εκείνη άρχισε να την ρωτά για την ζωή της και όταν έμαθε τα προβλήματά της τής είπε, ότι στην Βίριτσα ζει ένας γέρος που βοηθάει πολλούς ανθρώπους και προβλέπει το μέλλον.
Η γιατρός σκέφτηκε ότι πρόκειται για κάποιον μάγο και αποφάσισε να τον επισκεφτεί γιατί έτσι και αλλιώς δεν θα έχανε τίποτα. Στην Βίριτσα βρήκε το σπίτι του Γέροντα. Εκεί την ρώτησαν: -Θέλετε να δείτε τον παππούλη; Αυτή, όταν το άκουσε, εκνευρίστηκε πολύ· -Ποιόν παππούλη; Τρελή είμαι να μπλέκομαι με παπάδες, και βγήκε έξω τρέχοντας.
Στο δρόμο παρέλυσαν τα πόδια της και δεν μπόρε­σε να περπατήσει. Κάθισε στην άκρη του δρόμου και ξέσπασε σε κλάματα. Καταριόταν όλους και όλα, ακόμα και αυτή την φίλη της που την έστειλε σ' αυτόν τον παπά. Έβριζε αλλά δεν μπόρεσε να σηκωθεί και να σταθεί όρθια, τα πόδια δεν υπάκουαν.
Από το σπίτι του Γέροντα βγήκε μία γυναίκα και της είπε:
-Σας ζητάει ο γέροντας.
Αυτή αρνήθηκε κατηγορηματικά να μπει μέσα. Τότε η γυναίκα την πλησίασε, λέγοντάς της ξανά:
-Το όνομά σας είναι Ν., είστε οφθαλμίατρος, μό­λις γυρίσατε από τη Γερμανία, σάς ζητάει ο Γέροντας.
Χωρίς να καταλάβει πώς η γυναίκα αυτή σηκώθη­κε και σαν να την οδηγούσε κάποια δύναμη πήγε στο σπίτι του Γέροντα.
Όταν μπήκε μέσα στο κελί του είδε έναν γέρο μοναχό ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι. Αυτός της είπε, ότι για όλα τα δεινά φταίει αυτή η ίδια, επειδή είχε σκοτώσει τα παιδιά της. Κατάλαβε η γυναίκα ότι ο γέροντας γνωρίζει όλη την ζωή της και έπεσε κλαίγοντας στα γόνατα μπροστά στο κρεβάτι του. Εκείνος αμέσως την παρηγόρησε λέγοντας:
-Πήγαινε στο Σμόλνι, θα σε διορίσουν υπεύθυνη σε μία κλινική της Πετεργκώφ και θα σου δώσουν και ένα δωμάτιο να μένεις. Μετά θα επιστρέψεις στο Λένινγκραντ και θα μένεις εκεί. Θα με επισκέπτεσαι εδώ και μετά θα επισκέπτεσαι και τον τάφο μου.
«Τι παραμύθια είναι αυτά που λέει», - σκέφτηκε η Ν.
-Δεν λέω παραμύθια. Όλα αυτά που λέω θα πραγ­ματοποιηθούν, - είπε ο Γέροντας, απαντώντας στις σκέψεις της.
Πραγματικά πήγε στο Σμόλνι, όπου την διόρισαν στην κλινική της Πετεργκώφ και την έδωσαν δωμάτιo. Αργότερα γύρισε στο Λένινγκραντ. Έγινε πολύ πιστή, έφτασε σε βαθιά γεράματα και μέχρι το τέλος της ζωής της επισκεπτόταν τακτικά τον τάφο του Γέ­ροντα στην Βίριτσα.
Μια φορά στο σπίτι του Γέροντα μπήκαν ληστές. Έσπασαν τζάμι στην κουζίνα. Αλλά στο κελί του Γέ­ροντα δεν μπόρεσαν να μπουν γιατί δεν βρήκαν πόρ­τα, αλλά ούτε το δωμάτιο της αδελφής Σεραφείμα μπόρεσαν να βρουν. Έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν με άδεια χέρια.
Άνθρωποι που έχουν επισκεφτεί τον Γέροντα λέ­νε ότι πάντα γύρω από το σπίτι, όπου ζούσε ο πατήρ Σεραφείμ, υπήρχε μία ευωδία. Και κάθε επισκέπτης αισθανόταν την παρουσία της θείας χάριτος.
Την άνοιξη του 1949 ο πατήρ Σεραφείμ αρρώστησε βαριά. Όλα τα πνευματικά του παιδιά προσεύχο­νταν για την υγεία του. Δεν μπορούσαν να φαντα­στούν πώς θα ζούνε χωρίς αυτόν. Ο πατήρ Σεραφείμ τους έλεγε:
- Τι νομίζετε, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές μας; Αν Τον παρακαλούσα, αμέσως θα μου χάριζε υ­γεία. Αλλά όχι όπως θέλω εγώ - ας γίνει Πάτερ το θέ­λημά Σου τώρα και στους αιώνες, ας γίνη το δικό Σου θέλημα και όχι το δικό μου. Ας με επισκεπτούν όλες οι αρρώστιες· να γίνει κατά το θέλημά Σου!
Ο Γέροντας ήταν πολύ αδύναμος, δεν μπορούσε να σηκώνεται από το κρεβάτι του και όμως παρακαλούσε τους δικούς του να αφήνουν τους επισκέπτες να έρχονται. Οι δικοί του από την αγάπη τους προς τον Γέροντα δεν άφηναν όλους να τον βλέπουν και μερι­κούς τους έστελναν πίσω. Αλλά ο πατήρ Σεραφείμ τους έλεγε να γυρίζουν πίσω αυτούς που τους είχαν διώξει. Γνώριζε ότι οι άνθρωποι τον έχουν ανάγκη. Μερικές φορές κάποιος που τον είχαν διώξει έφτανε μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό και από κει τον γύρι­ζαν πίσω επειδή τον ζητούσε ο Γέροντας.
Λίγο πριν πεθάνει ο πατήρ Σεραφείμ κοιμόταν δώ­δεκα μέρες και δώδεκα νύχτες συνεχόμενες. Όλο αυτό το διάστημα τον παρακολουθούσε ο γιατρός. Η καρ­διά του σχεδόν δεν ακουγόταν όλες αυτές τις ημέρες. Όταν ο γέροντας ξύπνησε, είπε στην αδελφή Σεραφείμα:
-    Επισκέπτηκα πολλές χώρες. Και δεν βρήκα χώ­ρα καλύτερη από τη δική μας και πίστη δεν είδα κα­λύτερη. Να λες σε όλους να μην αφήνουν την Ορθο­δοξία.
Λίγο πριν το θάνατό του, τον πατέρα Σεραφείμ, επισκέπτηκε η Παναγία. Η Θεοτόκος ήρθε την νύχτα. Ο Γέροντας γνώριζε ποιος θα τον επισκεπτεί, γι' αυ­τό, είπε, στις γυναίκες που τον υπηρετούσαν, να ανάψουν όλα τα καντήλια.
Η Παναγία του φανερώθηκε κάτω από μία σημύ­δα που φύτρωνε μπροστά στο παράθυρο του κελιού του. Ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε, σε καμία περίπτωση να μην κόψουν αυτό το δένδρο.
Δύο εβδομάδες πριν την κοίμησή του ο πατήρ Σε­ραφείμ είπε στον πατέρα Αλέξιο Κιμπάρντιν, ιερέα της εκκλησίας της Παναγίας του Καζάν στην Βίρι­τσα, ότι η Παναγία πρόσταξε να μεταλαμβάνει κάθε μέρα των Αχράντων Μυστηρίων. Ο πατήρ Αλέξιος διηγείται: «Κοινωνούσα τον Γέροντα κάθε νύχτα, σύμφωνα με τον λόγο του. Αλλά μια φορά κοιμήθηκα και δεν άκουσα το ξυπνητήρι. Ξύπνησα στις τέσσερις το πρωί (συνήθως τον κοινωνούσα στις δύο), πήρα τα Τίμια Δώρα και κυριολεκτικά έτρεξα προς το σπίτι του Γέροντα. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι και μετά στο κελί του ο Γέροντας ήταν ξαπλωμένος πάνω στο κρεβάτι και το πρόσωπο του σκορπούσε φως. Του ζή­τησα συγγνώμη αλλά ο πατήρ Σεραφείμ μου είπε:
-Μην ανησυχείτε, πάτερ, οι άγγελοι ήδη με έ­χουν κοινωνήσει.
Κοίταξα το πρόσωπο του και κατάλαβα ότι είναι αλήθεια».
Ο Γέροντας επίσης παρακάλεσε τον πατέρα Αλέ­ξιο να πάει στη Μόσχα στον πατριάρχη Αλέξιο και να του πει ότι σε δύο βδομάδες ο ταπεινός Σεραφείμ θα πάει στον Κύριο και ότι θέλει να έλθουν τώρα στο σπίτι του οι γνωστοί του από τις θεολογικές σχολές για να τους αποχαιρετήσει. Παρακάλεσε να πει στον πατριάρχη τις ευχές του και να ζητήσει την ευλογία του.
Όπως διηγήθηκε αργότερα ο πατήρ Αλέξιος ο πατριάρχης όταν το άκουσε χωρίς να προφέρει λέξη γύρισε προς τις εικόνες και έκανε τρεις μετάνοιες, κά­νοντας το σημείο του σταυρού. Όταν γύρισε, στο πρόσωπό του έτρεχαν δάκρυα. Με φωνή πολύ χαμηλή είπε:
-Τέσσερα χρόνια είμαι πατριάρχης. Ο πατήρ Σεραφείμ μου είπε ότι θα γίνω πατριάρχης και έγινα με τις προσευχές του. Μου έμειναν άλλα 21 χρόνια. Έ­τσι είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος. Πέστε του ότι ζητάω τις ευχές του. (Ο πατριάρχης Αλέξιος ο Α' έκανε την τελευταία του λειτουργία την ημέρα όταν γιόρταζε την 25 επέτειο της πατριαρχίας του και μετά από λίγο στις 17 Απριλίου του 1970 κοιμήθηκε εν Κυρίω).
Ήλθε η τελευταία ημέρα της ζωής του Γέροντα. Την ημέρα αυτή ο πατήρ Σεραφείμ είπε:
-Σήμερα δεν μπορώ να δεχθώ κανέναν. Θα προ­σεύχομαι.
Το βράδυ κάλεσε στο κελί του τους συγγενείς του και έδωσε στον καθένα ευλογία, εικόνα του οσίου Σε­ραφείμ του Σαρόβ. Άναψαν όλα τα καντήλια και όλοι γονάτισαν. Άρχισαν να διαβάζουν τους χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου, του αγίου Νικολάου και του οσίου Σεραφείμ του Σαρόβ.
Κάλεσαν τον πατέρα Αλέξιο από την εκκλησία της Παναγίας του Καζάν για να εξομολογηθεί ο Γέρο­ντας τελευταία φορά. Όταν ο πατήρ Αλέξιος άκουγε την εξομολόγησή του στο πρόσωπό του έτρεχαν δά­κρυα. Μετά την εξομολόγηση ο πατήρ Σεραφείμ μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Συνέχεια ρωτούσε τι ώρα είναι. Τελικά είπε στην αδελφή Σεραφείμα:
-Διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές.
Μετά, τελευταία φορά, ρώτησε τι ώρα είναι. Ή­ταν γύρω στις δύο τη νύχτα.
-Τελείωσαν.
Τελευταία φορά έκανε το σημείο του σταυρού, λέ­γοντας:
-Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Α­γίου Πνεύματος. Σώσε Κύριε και ελέησε όλον τον κό­σμο.
Και έβαλε τα χέρια του πάνω στο στήθος.
Ο Γέροντας κοιμήθηκε την νύχτα στις 3 Απρι­λίου το 1949 στο σπίτι του στη λεωφόρο Μάισκι. Με­τά την κοίμησή του μία εβδομάδα όλη η Βίριτσα ευωδίαζε.
Ένας ιερέας, ο πατήρ Ιωάννης Μιρόνοβ, λέει ότι ο Γέροντας όταν ακόμα ήταν ζωντανός τον κάλεσε στην κηδεία του. Παρακάλεσε τον πατέρα Γρηγόριο Σελιβάνοβ: «Πες στον Βάνια να έλθει στις 3 Απρι­λίου». «Στις 3 Απριλίου πρωί πρωί πήρα το τρένο και πήγα στην Βίριτσα, - λέει ο πατήρ Ιωάννης... Τότε το ότι ο πατήρ Σεραφείμ κοιμήθηκε ήξεραν μόνο οι συγγενείς του. Ο πατήρ Αλέξιος Κιμπάρντιν άρχισε την πρώτη νεκρώσιμη ακολουθία. Και εγώ αξιώθηκα να προσεύχομαι μαζί του υπέρ αναπαύσεως του Γέρο­ντος. Όταν σηκώσαμε το λείψανο του, τυλιγμένο στο μανδύα για να το μεταφέρουμε από το κρεβάτι στο τραπέζι, ήταν τόσο ελαφρό ώστε μου φάνηκε ότι στα χέρια μου ήταν μόνο ο μανδύας».
Την πρώτη ημέρα μετά την κοίμηση του πατρός Σεραφείμ μία γυναίκα ήλθε μαζί με την κόρη της που ήταν τυφλή να αποχαιρετήσει τον Γέροντα. Τον πλη­σίασαν και η γυναίκα είπε στο κορίτσι:
-Φίλησε το χέρι του παππούλη.
Το κορίτσι φίλησε το χέρι του Γέροντα και αμέσως ανέβλεψε.
Τρεις μέρες ο κόσμος ασταμάτητα περνούσε από το σπίτι του πατρός Σεραφείμ για να αποχαιρετήσει τον Γέροντα. Ο πατριάρχης Αλέξιος έδωσε ευλογία να σταματήσουν τα μαθήματα στις θεολογικές σχολές του Λένινγκραντ.
Η κηδεία έγινε την παραμονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου στην εκκλησία της Πανα­γίας του Καζάν στην Βίριτσα. Εκείνη την εποχή πή­γαινε στην Βίριτσα από το Λένινγκραντ ατμοκίνητος σιδηρόδρομος κάθε δύο ώρες. Το ταξίδι διαρκούσε τρεις ώρες. Την ημέρα της κηδείας και του ενταφιασμού το πρωινό τρένο δεν μπόρεσε να χωρέσει όλους που ήθελαν να πάνε στην κηδεία του Γέροντα. Οι άν­θρωποι πολιορκούσαν τον σταθμάρχη:
-Το επόμενο τρένο φεύγει σε δύο ώρες, δεν μπο­ρούμε να περιμένουμε. Δώστε ένα τρένο ακόμα!
Στην ερώτηση γιατί βιάζονται τόσο πολύ, οι άν­θρωποι απαντούσαν:
-Στην Βίριτσα πέθανε μεγάλος Γέροντας ο Σερα­φείμ, και σήμερα θα γίνει η ταφή του. Δεν θέλουμε να αργήσουμε.
Αλλά και αυτοί που πρόλαβαν την ταφή ήταν πά­ρα πολλοί. Μεταξύ τους ήταν και ο νυν πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος ο Β'... Η εκκλησία, η αυλή της και όλοι οι δρόμοι γύρω ήταν γεμάτοι κόσμο...
Η μάρτυρας των γεγονότων Ελένη Σ. λέει: «...Η κηδεία του Γέροντα έγινε στις 24 Μαρτίου π.η./6 Απριλίου ν.η.. Μέχρι τότε το λείψανό του βρισκόταν στην εκκλησία. Οι ιερείς συνέχεια ψάλανε τις νεκρώ­σιμες ακολουθίες και όλος ο κόσμος προσευχόταν. Ε­γώ αρκετές φορές πλησίασα τον Γέροντα και φίλησα το χέρι του. Και κάθε φορά το χέρι του ήταν θερμό και μαλακό, σαν το χέρι ενός ζωντανού ανθρώπου... Ο κόσμος ήταν τόσο πολύς ώστε στην αδελφή Σεραφείμα έσπασαν πλευρό. Και αυτό το είχε προβλέψει ο πατήρ Σεραφείμ, γιατί, όταν ζούσε ακόμα, έλεγε στην αδελφή Σεραφείμα:
«-Όταν θα γίνει η κηδεία μου να προσέχεις τα πλευρά σου...».
Το λείψανο του πατρός Σεραφείμ θάφτηκε στο μι­κρό νεκροταφείο δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας του Καζάν...
Σε πολλά από τα πνευματικά του παιδιά ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε να έρχονται μετά το θάνατο του στον τάφο του όταν θα έχουν δυσκολίες και θλίψεις και να του λένε τα προβλήματά τους σαν σε ζωντανό.
Οι συγγενείς του πατρός Σεραφείμ μετά το θάνατο του βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάστα­ση. Τότε όλοι τους πήγαν στον τάφο του Γέροντα για να ζητήσουν την βοήθειά του. Και μετά είδαν ένα ό­ραμα· είδαν τον πατέρα Σεραφείμ, ο οποίος τους είπε ότι πάντα είναι μαζί τους και ότι θα τους βοηθήσει μέσω ενός άλλου ανθρώπου.
Την επόμενη ημέρα έλαβαν από την Μόσχα από τον μητροπολίτη Κρουτίτσκ και Κολόμνα Νικόλαο το εξής τηλεγράφημα: «Στέλνω χρήματα για τις ανάγκες σας. Σάς περιμένω να έλθετε για να σάς βοηθή­σω και άλλο...». Η υπογραφή ήταν η εξής: «Ο παπ­πούλης σας».
Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΑΓΙΟΣ
ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΗΣ ΒΙΡΙΤΣΑ
ΒΙΟΣ - ΘΑΥΜΑΤΑ - ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ο Ρώσος Συνταγματάρχης, Άγιος Στάρετς Βαρσανούφιος της Όπτινα


Ο στάρετς Βαρσανούφιος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγίους γέροντες που έζησαν στην Όπτινα
Ένας άθεος αξιωματικός του τσαρικού στρατού όχι απλά μεταστράφηκε, αλλά έγινε ιερομόναχος και άγιος της Εκκλησίας και έβαλε στο δρόμο του Θεού ένα διοικητή των Τουρκικών Δυνάμεων!
O στάρετς Βαρσανούφιος γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1845 στο ‘Ορενμπουργκ. Καταγόταν από Κοζάκους γονείς και το κοσμικό του όνομα ήταν Παύλος Ιβάνοβιτς Πλεχάνωφ.
1-LEZANTA-varsonofi
Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Πολότσκ καί στη συνέχεια αποφοίτησε από τη στρατιωτική Ακαδημία του ‘Ορενμπουργκ. Μετά έγινε αξιωματικός του τσαρικού στρατού κι έφτασε ίσαμε το βαθμό του συνταγματάρχη.
Κάποτε αρρώστησε από μιαν απλή πνευμονία, πού όμως παρά λίγο να τον οδηγήσει στο θάνατο. Την ώρα πού κατ’ εντολή του ένας στρατιώτης του διάβαζε το ευαγγέλιο έχασε τις αισθήσεις του. Καί τότε είδε ξαφνικά ν’ ανοίγει ό ουρανός. Από το δυνατό φως καί το φόβο του ταράχτηκε πολύ. Σέ μια στιγμή συνειδητοποίησε το παρελθόν του, την αμαρτωλή ζωή του κι ένιωσε έντονη τη διάθεση για μετάνοια. Καί μέσα σ’ αυτήν την έκσταση ακούσε μια φωνή να του λέει: «Να πας στην Όπτινα».
Η προαγωγή σε στρατηγό του τσαρικού στρατού
Μ’όλο πού οί γιατροί του ήταν απαισιόδοξοι για την έκβαση της υγείας του, ό συνταγματάρχης Παύλος Πλεχάνωφ έγινε καλά καί πήρε το δρόμο για την ‘Οπτινα. Εκεί συνάντησε το στάρετς Αμβρόσιο, ό όποιος του έδωσε εντολή να γυρίσει πρώτα για να τακτοποιήσει τίς εκκρεμότητες του καί μετά να πάει στο μοναστήρι. Του έδωσε όμως προ­θεσμία τρεις μήνες. Αν καθυστερούσε περισσότερο, ή ψυχική του βλάβη θα ήταν μεγάλη.Ό Παύλος γύρισε στην Πετρούπολη, αλλά τα εμπόδια πού συνάντησε ήταν μεγάλα. Πρώτα του πρόσφεραν προαγωγή σε στρατηγό. Μετά του βρήκαν μια θαυμάσια σύζυγο, έπειτα ο περίγυρος άρχισε να του φέρνει εμπόδια καί να προσπαθεί να τον μεταπείσει. Με δυσκολία κατόρθωσε ό Παύλος να ρυθμίσει τίς εκκρεμότητες του καί να φτάσει στην ‘Οπτινα την τελευταία μέρα της τρίμηνης προθεσμίας του, για να βρει όμως το στάρετς Αμβρόσιο μέσα στο ναό, στο φέρετρο του.
Ό ηγούμενος π. Ανατολίος τον παρέδωσε στην υποταγή του στάρετς Νεκταρίου. Κοντά του ό δόκιμος Παύλος πέρα­σε όλα τα στάδια της μοναχικής υπακοής, έγινε μοναχός με το όνομα Βαρσανούφιος και χειροτονήθηκε ιερομόναχος.
Στή διάρκεια του ρωσοϊαπωνικοϋ πολέμου ό π. Βαρσανούφιος κλήθηκε να υπηρετήσει ως εφημέριος στο νοσοκομείο του Αγίου Σεραφείμ. Με το τέλος του πολέμου γύρισε στην ‘Οπτινα καί διαδέχτηκε ως προϊστάμενος της σκήτης το στάρετς Ιωσήφ.
Ό π. Βαρσανούφιος ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, αρκετή ευφυΐα καί ακέραιο χαρακτήρα. Ως προϊστάμενος της σκήτης βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις, πνευμα­τικές καί σωματικές, στην οικοδομική ανανέωση καί την εύρυθμη λειτουργία της. Συνδύαζε αρμονικότατα την αυστηρότητα με την επιείκεια καί τη στοργική αγάπη προς τους αδελφούς της σκήτης. Δε δίσταζε να επιτιμά όταν το έκρινε απαραίτητο, ήταν όμως πολύ σπλαχνικός προς εκεί­νους πού μετανοούσαν.’Οπως κι οι άλλοι γέροντες της ‘Οπτινα ήταν κι αυτός μεγάλος ασκητής κι είχε το χάρισμα της προορατικότητας, πού το χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα στην εξομολόγηση.
Το πρόβλημα της υγείας του
Πολλοί άνθρωποι πού επισκέπτονταν τον π. Βαρσανούφιο έγιναν χάρη στίς προσευχές καί τίς συμβουλές του αληθινά παιδιά της Εκκλησίας. Ανάμεσα στα πνευματικά του παιδιά συγκαταλέγεται κι ό συγγραφέας Σέργιος Νείλος, πού έμεινε κοντά του στη σκήτη περίπου πέντε χρόνια κι ήταν υπεύθυνος για τα αρχεία του μοναστηρίου.
Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά τον εύλαβούνταν ιδιαίτερα, δεν έλειψαν όμως καί κείνοι πού δεν τους άρεσε αυτή του ή πνευματική δραστηριότητα. Ό στάρετς αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες καί πειρασμούς, ιδιαίτερα μετά την κοίμηση του προηγούμενου προϊσταμένου της σκήτης, του στάρετς Ιωσήφ.
Από το 1909 ό στάρετς Βαρσανούφιος αρρώσταινε όλο καί πιο συχνά. Κι ακόμα συχνότερα άρχισε να μιλάει για το θάνατο του πού πλησίαζε. Γύρω στον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ό π. Αλέξιος ο πορτάρης του ‘φερε ένα δέμα πού του είχε στείλει μια μοναχή. Τί είχε μέσα; “Ενα μεγάλο σχήμα των μοναχών. Ό στάρετς ποθούσε από καιρό να γίνει μεγαλόσχημος. Αυτό όμως το λογάριασε σημαδιακό.
– Αυτό είναι ένδειξη ότι το τέλος μου είναι κοντά, είπε.
‘Αφησε την τελευταία του πνοή στο Γκολουτβίνσκυ, την 1η Απριλίου του 1913. Ως το τέλος του είχε διαύγεια πνευματική. Προσευχόταν συνέχεια στο Χριστό καί την Παναγία κι επικαλούνταν πολλούς αγίους, τους όποιους εύλαβούνταν ιδιαίτερα, καθώς καί τους γέροντες της “Οπτινα πού είχαν ήδη κοιμηθεί.
Τα τελευταία του λόγια ήταν για τον παράδεισο.Το σώμα του, καλυμμένο με το μεγάλο καί αγγελικό σχήμα, τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Γκολουτβίνσκυ, οπού έμεινε ως τις 6 Απριλίου, Σάββατο του Λαζάρου. Την ημέρα εκείνη ό επίσκοπος Τρύφων λειτούργησε κι εκφώνησε μια εμπνευσμένη καί ζεστή ομιλία, λέγοντας ανάμεσα στ’ αλλά απευθυνόμενος, στο νεκρό:
« “Ηξερες μόνο ν’ αγαπάς, μονό να ‘σαι καλός, παρ’ όλη τη θάλασσα του μίσους καί των συκοφαντιών πού έπεσε επά­νω σου. “Ολα τα δεχόσουν με υπομονή, όπως ό Ίώβ. Είμαι ό ίδιος μάρτυρας καί το επιβεβαιώνω πώς λόγος κατάκρισης δεν ακούστηκε από σένα για κανέναν. . . Σαν ποιμενάρχης γνωρίζω τί σημαίνουν τέτοιοι γέροντες για μας. 0ι συμβου­λές του ήταν πολύτιμες, γιατί τη μόρφωση του τη συμπλή­ρωνε με την εμπειρία καί το ύψος της μοναχικής ζωής . . .»Το σώμα του, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, μεταφέρθη­κε μετά με ειδικό τρένο μέχρι το Κόζελσκ, κι από κει τον κουβάλησαν κληρικοί στην ‘Οπτινα στα χέρια τους. Στις 9 Απριλίου, Μεγάλη Τρίτη, έγινε ή κηδεία κι ή ταφή του στη σκήτη, παρουσία 21 ιερομόναχων, 4 διακόνων και πλήθους κόσμου.

Στάρετς Μακάριος της Όπτινα


29 Οκτωβρίου 2015
Οι επιστολές του Στάρετς Μακαρίου
(του καθηγητή Ι.Μ. Κόντζεβιτς)

Πρόλογος της Ελένης Κόντζεβιτς
Ο στάρετς Μακάριος- ήταν ενας μεγάλος δάσκαλος της ταπείνωσης. Όπως λέει ο αββάς Ισαάκ, «η ταπείνωση και άνευ έργων συγχωρεί πλήθος αμαρτιών… Χωρίς ταπείνωση όλα τα έργα μας είναι μάταια, όπως και κάθε αρετή και κάθε κόπος»[1].
Ο στάρετς Μακάριος δε δίδασκε τίποτα δικό του. Οι διδαχές του αντικατόπτριζαν όλη την πατερική διδασκαλία, όπως καθρεφτίζεται ο έναστρος ουρανός σε μια γαλήνια λίμνη.
makarptinsk
Στο μεγαλύτερο μέρος της η πνευματική του διδασκαλία συμπεριλαμβάνεται στις επιστολές του. Αξίζει να σημειωθεί η προσωπική του άποψη για τη σύγχρονη ζωή. Τις απόψεις του αυτές θα μπορούσε να τις ονομάσει κανείς απόψεις της Όπτινα. Τις αποδέχονταν και πνευματικές μορφές του πνεύματος της Όπτινα, όπως ο π. Αντώνιος Μποσκώφ, αλλά και λαϊκοί, όπως οι αδελφοί Κιρεγέφσκυ και πολλοί άλλοι. Στα Γράμματα προς Μοναχούς (επιστολή 165) γράφει ο στάρετς: «Η καρδιά μας χτυπά δυνατά καθώς σκεφτόμαστε την πατρίδα μας Ρωσία. Που τρέχει ασταμάτητα; Τί γυρεύει; Τί προσδοκά; Η μόρφωση αυξάνεται αλλά είναι ψευτομόρφωση. Είναι μια αυταπάτη. Η νέα γενιά δεν ανατρέφεται με το γάλα των δογμάτων της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Έχει δηλητηριαστεί από κάποιο ξένο, κακό πνεύμα. Πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτό; Βέβαια ο Θεός με τ’ ανεξερεύνητα κρίματά Του γνωρίζει τι πρόκειται να μας βρει. Αλλά αυτό το’χει κρύψει από μας, με την απύθμενη σοφία του. Φαίνεται όμως πως έφτασε ο καιρός που έχουν προφητεύσει οι πατέρες μας: «ο σώζων εαυτόν σωθείτω».
Στην επιστολή του 172 γράφει ο στάρετς: «Εμείς πρέπει ν’ αγαπάμε την Αγία Ρωσία, να περιφρονήσουμε την Ευρωπαϊκή μόδα και να μετανοήσουμε για την προσκόλληση που είχαμε σ’ αυτήν στο παρελθόν. Πρέπει νά ’μαστε σταθεροί στην ορθόδοξη πίστη μας, να προσευχόμαστε στο Θεό και να μετανοήσουμε για τα παλιά».
Σ’ ένα άλλο γράμμα του γράφει: «Η Ευρώπη μας δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες, αλλά μας αφαίρεσε την αυθόρμητη καλοσύνη, μας απομάκρυνε από την ορθόδοξη πίστη για ν’ αποκομίσει κέρδος».
Στις επιστολές του στάρετς Μακαρίου θα συναντήσει κανείς αρκετές φορές παρόμοιες αποδοκιμασίες του για την προθυμία της ρωσικής κοινωνίας να υιοθετήσει τις ευρωπαϊκές συνήθειες περιφρονώντας τα προηγούμενα ωραία ήθη και έθιμα της Αγίας Ρωσίας
Στις επιστολές του στάρετς δε θα συναντήσουμε καμιά αναφορά στο σλαβόφιλο φιλόσοφο Αλέξη Στεπάνοβιτς Κομιάκωφ ή στην κοσμοθεωρία του. Δεν είναι σίγουρο αν ο Κομιάκωφ επισκέφτηκε ποτέ το μοναστήρι της Όπτινα. Και σε καμιά περίπτωση βέβαια δε θα μπορούσε να θεωρηθεί μαθητής των γερόντων της Όπτινα.
Οι σλαβόφιλοι έβλεπαν αρνητικά το Βυζάντιο. Οι γέροντες της Όπτινα λογάριαζαν τους αγίους του Βυζαντίου ως τη βάση και το θεμέλιο της πίστης και της παράδοσής τους. Ο Ιβάν Κιρεγέφσκυ, που ’χε ακριβώς τις ίδιες πεποιθήσεις και το ίδιο πνεύμα με τους γέροντες, ελαβε προσωπικά ενεργό μέρος στην έκδοση των έργων των αγίων πατέρων. Δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να κληθεί σλαβόφιλος. Εκείνοι που του απέδωσαν τέτοιο τίτλο δείχνουν άγνοια της ιστορίας και της σημασίας της Όπτινα.
Οι επιστολές του στάρετς Μακαρίου εκδόθηκαν σε δύο τόμους:
  1. Συλλογή Επιστολών προς Μοναχούς, του αλήστου μνήμης γέροντα Μακαρίου, μ’ ένα παράρτημα: «Δύο δοκίμια του Γέροντα για το Λόγο του Θεού και τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, καθώς και κείμενό του για την ταπείνωση» (Μόσχα, έκδοση Ι. Μ. Όπτινα, 1862), σελ. 343.
  2. Συλλογή Επιστολών προς Λαϊκούς, του αλήστου μνήμης γέροντα Μακαρίου (Μόσχα, έκδοση Ι. Μ. Όπτινα, 1862), σελ. 700.
Εδώ παρουσιάζουμε στον αναγνώστη τις επτά πρώτες επιστολές της δεύτερης συλλογής, με τη σειρά που τις τοποθέτησε ο Ι.Μ. Κόντζεβιτς λίγο πριν από το θάνατό του.
  1. Ασκητικοί Λόγοι αββά Ισαάκ του Σύρου (Λόγος μθ΄).
Πηγή: Στάρετς Μακάριος της Όπτινα, Μετάφραση-Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα 1999

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΥΜΕΩΝ



Εικόνα


- Στάρετς Σαμψών: Όταν πρόκειται να πας κάπου, κόρη μου, να προσεύχεσαι πολύ, πριν. Πριν το φαγητό, επίσης, πρέπει να προσευχόμαστε. Να ευχαριστούμε αδιάκοπα το Θεό που έχουμε την υγεία μας. Δώρο δικό Του είναι. Πρέπει να είμαστε ταπεινόφρονες. Να ξεριζώνουμε την υπερηφάνεια από την καρδιά μας. Πολλές φορές έρχεται μια αρρώστια και μας ταπεινώνει. Γι’ αυτό την επιτρέπει ο Θεός. Πρώτα ο Θεός, μετά ο συνάνθρωπος και μετά ο εαυτός μας. Ποτέ μην υπόσχεσαι ασυλλόγιστα. Ο υπερήφανος υπόσχεται αβασάνιστα, από εγωισμό. Ο ταπεινός λέει «θα προσπαθήσω».
- Αγρότισσα: Στάρετς, μπορώ να βάφω τα χείλη;
- σ. Σαμψών: Όχι. Βλέπεις και οι ιερείς δεν επιτρέπουν να πλησιάζουν γυναίκες στη Θεία Κοινωνία με βαμμένα χείλη.
- Αγρότισσα: Μα, πάτερ, στην εργασία μας λένε ότι είναι χλωμά τα χείλη μας και γι’ αυτό πρέπει να τα βάφουμε.
- σ. Σαμψών: Είναι ένας τρόπος για να προσελκύετε την προσοχή. Ένα στοιχείο του φλερτ, ας πούμε. Εγώ θα το έλεγα είδος πνευματικής πορνείας, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο προκαλούνται οι άνδρες. Δεν υπάρχουν άσχημες κοπέλες. Ακόμα και αν έχει πρόσωπο αλόγου μια κοπέλα που σκέπτεται τον Θεό, είναι όμορφη! Κάποια κοπέλα ήλθε σ’ εμένα και παραπονιόταν γιατί ο Θεός την έπλασε άσχημη. Έλεγε πως ήταν απαίσια. Εγώ της είπα ότι ο Θεός της έδωσε με αγάπη την εμφάνιση αυτή κι ότι αν ήταν διαφορετική, ίσως ν’ αμάρτανε από τους ποικίλους πειρασμούς. Πολλές φορές, η ομορφιά είναι δυστυχία και για τις γυναίκες και για τους άνδρες. Συχνά, δίχως να το θέλει η γυναίκα γίνεται πειρασμός για τους άλλους. Είναι άθλος για τον όμορφο άνδρα και την όμορφη γυναίκα να διατηρήσουν την καθαρότητα της ψυχής και του σώματος. Την αθωότητα. Όντως, είναι Θεού δώρο η ομορφιά. Όταν όμως δεν υπάρχει, δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε στο δημιούργημα του Θεού με τεχνικά μέσα, για να το διορθώσουμε.

Επίσης, δεν πρέπει να κάνουμε το δάσκαλο σε κανένα. Με τη θέλησή σου, κόρη μου, να φαίνεσαι κουτή από ταπείνωση. Ο ταπεινός δεν διδάσκει κανένα. Παριστάνει τον ανόητο κι ας έχει δύο πτυχία κι ας ομιλεί ένδεκα γλώσσες! Φοβάται μήπως μάθουν οι άλλοι ότι είναι τόσο έξυπνος και ικανός. Θέλει, το δώρο που του έδωσε ο Θεός, να το χρησιμοποιεί για να Τον δοξάζει κι όχι για την χαρά των δαιμόνων! Όλα για τη δόξα του Θεού. Πολλοί λένε ότι επειδή μια φορά μόνο ζούμε, πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τις γνώσεις, τα ταλέντα, την πείρα και να τα επιδεικνύουμε στους άλλους. Αυτοί δεν είναι άνθρωποι της πίστεως. Οι σκέψεις αυτές είναι αμαρτωλές. Πρέπει παντού και πάντα να υποτασσόμεθα στη θέληση του Θεού. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αδιάκοπα μας βλέπει ο Θεός. Αν το σκεφτόμαστε συνέχεια, θα αμαρτάνουμε λιγότερο.
- Αγρότισσα: Αν τις μέρες της νηστείας βρισκόμαστε στο τραπέζι μαζί με ανθρώπους που δεν νηστεύουν λόγω πεποιθήσεως, τι θα κάνουμε; Θα φάμε για να μη τους φέρουμε σε δύσκολή θέση ή θα τηρήσουμε τη νηστεία;
- σ. Σαμψών: Βεβαίως και θα νηστέψουμε. Δεν στέκει η δικαιολογία ότι δεν πρέπει να τους φέρουμε σε δύσκολη θέση. Αυτά τα λόγια είναι, μπορώ να πω, τραγούδι των δαιμόνων. Πρέπει να τηρούμε αυστηρά τη νηστεία. Μα, φοβόμαστε, να μην κάνουμε κάτι που είναι αντίθετο στη θέληση του Θεού; Όταν βρεθούμε σε ένα τραπέζι με άθεους, θα τους πούμε: «Δεν μπορώ να φάω, γιατί απλούστατα δεν θέλω να προσβάλω τον Θεό»!
Οι μοναχοί την Τετάρτη και την Παρασκευή κάνουν ιδιαίτερη προσευχή, διότι αυτές τις ημέρες νηστεύουν πιο πολύ και συλλογίζονται τα Πάθη του Κυρίου. Ο Θεός βλέπει και ευλογεί. Όλοι πρέπει να τηρούμε τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη μας στο Θεό.
- Αγρότισσα: Πάτερ, δεν μπορώ να πείσω τον πατέρα μου να πηγαίνει στην εκκλησία. Αν πεθάνει, δίχως να κοινωνήσει, τι γίνεται;
- σ. Σαμψών: Καλό είναι να του δίνεις πνευματικά βιβλία να διαβάζει και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν…
- Αγρότισσα: Ο πατέρας μου αισθάνεται πολύ αμαρτωλός κι ότι γι’ αυτό δεν έχει το δικαίωμα να πηγαίνει στην εκκλησία.
- σ. Σαμψών: Οι δαίμονες του βάζουν αυτή τη σκέψη, για να τον κρατούν μακριά από τη σωτηρία. Αυτό είναι υπερηφάνεια.
- Αγρότισσα: Πάτερ, ο πατέρας μου είναι ανάπηρος. Έχει το ένα του χέρι. Αυτό, όπως είναι φυσικό, τον γεμίζει με θλίψη.
- σ. Σαμψών: Με την υπομονή, μπορεί να καλύψει πολλές αμαρτίες. Ο Θεός και βλέπει και ακούει… Κάθε πρωί που λες καλημέρα στους γύρω σου, πρέπει να πεις και στον Θεό. Να προσευχηθείς δηλαδή. Το βράδυ επίσης. Αυτά πες και στον πατέρα σου. Πάντα υπάρχει η παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Μη μαλώνεις τον πατέρα σου, αν σε κουράζει. Χρειάζεται λεπτότητα και ευαισθησία για να τον βοηθήσεις. Εμείς που γνωρίζουμε, δεν πρέπει να κάνουμε τους δικαστές στους άλλους και να τους κατηγορούμε. Με αγάπη και υπομονή να τους βοηθούμε να πλησιάσουν τον Θεό. Ο Θεός ζητά ευθύνες περισσότερες απ’ αυτούς που γνωρίζουν…
- Αγρότισσα: Δηλαδή στάρετς, είναι σε καλύτερη θέση αυτοί που δεν γνωρίζουν και δεν πιστεύουν;
- σ. Σαμψών: Δεν είναι έτσι, γιατί απλούστατα όλοι γνωρίζουμε τι θέλει ο Θεός. Κάνουμε όμως ότι δεν ακούμε. Είμαστε ηδονοθήρες. Σκεπτόμαστε μόνο την απόλαυση, γι’ αυτό δεν μπορούμε να δικαιωθούμε. Ο σατανάς καραδοκεί δίπλα μας. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται πνευματικά, έχει μεγαλύτερο πόλεμο από τον διάβολο. Ο φύλακας άγγελος είναι ένας. Τα δαιμόνια γύρω μας πολλά. Συνεχώς. Φοβούνται το σταυρό. Κι όμως δεν χρησιμοποιούμε αυτό το όπλο. Να ‘χετε πάντοτε μαζί σας ένα μικρό σταυρό. Είναι δύναμη μεγάλη. Οι δαίμονες δεν τολμούν να πλησιάσουν τους ανθρώπους και τα σπίτια που προστατεύονται από το σταυρό.
- Αγρότισσα: Πάτερ, κάποιες φορές δυσκολεύομαι να δείξω καλοσύνη στους γύρω μου. Δεν ξέρω γιατί.
- σ. Σαμψών: Πρέπει ν’ αγαπάμε τον Θεό και τους ανθρώπους. Αυτή είναι η βάση της ζωής. Με καθαρή, όμως, καρδιά. Έτσι μπορούμε εύκολα να δεχθούμε και να εφαρμόσουμε τους νόμους του Θεού: Ταπείνωση, καθαρότητα, αυταπάρνηση. Η ταπείνωση γεννάει την αγάπη του Θεού. Η κοσμική αγάπη είναι απλά συναισθήματα. Η αγάπη του Θεού είναι βαθιά, ουσιαστική, πνευματική. Έχει άμεση σχέση με την πίστη. Στην πίστη και στην ταπείνωση βασίζεται η σωτηρία μας. Ο άθεος που συνειδητά δεν αναγνωρίζει τη σημασία της πίστεως και της ταπεινοφροσύνης, είναι υπηρέτης του σατανά. Γι’ αυτό κλαίμε για τη Ρωσία. Επειδή απομακρύνθηκε από το Θεό και στη θέση του έβαλε το διάβολο με την υπερηφάνειά του. Ο διάβολος είναι πρόσωπο. Ο νόμος του είναι η υπερηφάνεια, σε όλες τις εκφράσεις της. Ο κόσμος, δυστυχώς, φοβάται και μισεί την ταπεινοφροσύνη και την πίστη!
Πρέπει να έχουμε ως πρότυπα τους αγίους πατέρας. Έζησαν με την ευλογία του αγίου Πνεύματος. Γι αυτό η καρδιά τους είχε μέσα της μόνο αγάπη. Ο Θεός έχει φτιάξει χριστιανική την καρδιά μας. Το χαρακτηριστικό του χριστιανού, είναι να αγαπά και να προσεύχεται για τον άλλο. Όποιος κι αν είναι. Μερικοί λένε την Κυριακή Προσευχή συχνά. Αλλά μολονότι επαναλαμβάνουν το «αφες ημίν τα αφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών...», τελειώνοντας την προσευχή κάνουν τα ίδια σφάλματα, εξαιτίας της κακής καρδιάς τους. Αυτοί τηρούν μόνο τα της επιφανείας. Η ουσία, η πεμπτουσία του Χριστιανισμού είναι να συγχωρείς, να δικαιολογείς, να μη κατακρίνεις, να βοηθάς το συνάνθρωπο. Ο πόρνος, ο αλκοολικός, ο μοιχός, αν μετανιώσουν θα σωθούν. Αυτός όμως που έχει κακή καρδιά και δεν συγχωρεί, δεν θα απολαύσει τη ζεστασιά του Θεού. Οι χριστιανικές αρετές εμπνέονται στον άνθρωπο, από το άγιο Πνεύμα.
Ιδιαίτερα οι μητρικές προσευχές εξοπλίζουν το παιδί με ενάρετη διάθεση. Πηγαίνοντάς το από μικρό στην εκκλησία και κοινωνώντας το, σταυρώνοντάς το και μιλώντας του συνεχώς για το Θεό και τους αγίους, το θωρακίζουμε. Όταν θηλάζει η μητέρα, πρέπει συγχρόνως να προσεύχεται. Έτσι το μωρό μαζί με το γάλα παίρνει και τους ευλογημένους καρπούς της μητρικής προσευχής.
Οι αλλόδοξοι δυτικοί, έχουν μπερδεμένες θέσεις. Συγχέουν την ψυχή με το πνεύμα.
Η Ορθοδοξία, κόρη μου, είναι η κιβωτός της σωτηρίας, την οποία σου εύχομαι!

Ο στάρετς Σαμψών, κοιμήθηκε στη Μόσχα στις 24 Αυγούστου 1979.
Από το βιβλίο του Μ. Mελινού «Άνθη αγίας Ρωσίας»

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ



Εικόνα


 Έχω ήδη μιλήσει για το 1984. Ήταν ένας δύσκολος χρόνος, γεμάτος από πολλές λύπες και δυστυχίες, διότι ο πνευματικός μας φυλακίστηκε. Νιώσαμε έντονα την ορφάνια και την απουσία εκείνης της ευλογημένης σκέπης, που απλωνόταν επάνω μας όλα αυτά τα χρόνια. 0 Κύριος είπε κάποτε στους μαθητές του: «Δε θα σας αφήσω ορφανούς, θα έρθω κοντά σας». Και εμάς, τους ανάξιους δούλους Του. δεν μας άφησε χωρίς προστασία. Σε μένα και τον αδελφό μου έστειλε τον πιστό δούλο Του, που για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ήταν ο πολύτιμος βοηθός και γέροντας μας.


Στα τέλη του Απριλίου του 1985. βρισκόμουν στη λειτουργία στο Ζβεν Ιγκοροντ. Τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή είχα μία ευκρινή παρότρυνση στο όνειρο μου. Να πάω οπωσδήποτε στην Πσκοβσίνα, στο νησί Ζάλιτ, όπου ζούσε, πάνω από είκοσι πέντε χρόνια, ο γνωστός σ' όλη τη Ρωσία, πατέρας Νικόλαος Γκουριάνοβ. Είχα ακούσει γι' αυτόν από κάποιους πιστούς, οι οποίοι διηγούνταν καταπληκτικές ιστορίες, που μαρτυρούσαν για την ευλογημένη προορατικότητα αυτού του αγίου γέροντα.


Αμέσως, μετά την Κυριακάτικη, Θεία Λειτουργία, επέστρεψα στη Μόσχα. Αποφασίσαμε με τον αδελφό μου, χωρίς καθυστέρηση, το ίδιο βράδυ ν' αγοράσουμε εισιτήρια για το Πσκοβ και από εκεί να φθάσουμε στο νησί, όπου ζούσε ο παππούλης. Το πρωί της 1ης Μαΐου το τρένο έφτασε στο σταθμό Πσκοβ. Από εκεί με ,το λεωφορείο φθάσαμε στο χωριό Τολμπίτσα. Από το χωριό μπορούσαμε, με ιδιωτική βάρκα, να πάμε στο Ζάλιτ. Το νησί αυτό βρισκόταν στη λίμνη Πσκοβ, περίπου επτά χιλιόμετρα από το χωριό που ήταν στην όχθη ενός μικρού ποταμού, ο οποίος εξέβαλε σ' αυτήν τη μεγάλη λίμνη. Έτσι, ευρισκόμενοι στην όχθη, ρωτήσαμε τους ψαράδες πώς μπορούσαμε να βρούμε βάρκα για το Ζάλιτ. Μας έδειξαν ένα μαύρο πλοιάριο που φαινόταν από μακριά, λέγοντας ότι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να βρεθεί βάρκα. Το πλοιάριο ανήκε στον πρόεδρο του σοφχόζ (αγροτική επιχείρηση) των ψαράδων, ο οποίος, πριν λίγες ώρες, είχε φέρει ψάρια από το νησί. Αυτός θα μπορούσε να μας βοηθήσει.


Χαρούμενοι από αυτή την απρόσμενη έκπληξη, τρέξαμε προς την προκυμαία, όπου ήταν αυτό το πλοιάριο. Μερικοί άνθρωποι εργάζονταν στο μικρό αμπάρι. Τους χαιρετήσαμε και ρωτήσαμε ποιος είναι ο επικεφαλής. Ανασηκώθηκε ένας άντρας μικρόσωμος, με σκληρά, από τη θάλασσα, χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Μας ρώτησε τι χρειαζόμασταν. Εξηγήσαμε ότι πηγαίναμε στον πατέρα Νικόλαο, στο νησί και του ζητήσαμε να μας πάρει μαζί του.
-Δεν έχω χώρο, μας απήντησε με βεβαιότητα. 0 μοναδικός χώρος είναι στο αμπάρι, στη θέση για τα ψάρια.
Είπαμε ότι δεν είχαμε πρόβλημα να μπούμε στο αμπάρι, αρκεί να φεύγαμε εκείνη την ημέρα.


- Λοιπόν, εντάξει, ας γίνει έτσι. είπε αναστενάζοντας. Σήμερα είναι
 η εορτή των εργαζομένων. Για το λόγο αυτό θα κάνετε λίγη υπομονή στο αμπάρι. Η θάλασσα δεν είναι ήρεμη τώρα και μπορεί να κουνηθεί δυνατά το καράβι μας. Έπειτα από δέκα λεπτά, χωθήκαμε με δυσκολία στο μαυρισμένο αμπάρι του πλοιαρίου, περιμένοντας τον απόπλου. Τελικώς ξεκινήσαμε. Κατευθυνθήκαμε κατά μήκος του ποταμού, ανάμεσα από μεγάλα καλάμια και όμορφα, ποταμίσια κρίνα, προς την υπέροχη λίμνη, το νερό της οποίας έπεφτε επάνω μας με δυνατά, αφρώδη κύματα. Φυσούσε δυτικός άνεμος. Το κούνημα ήταν πράγματι δυνατό, όμως, με τη βοήθεια του Θεού, το πλοιάριο μας, διασχίζοντας επιτυχώς τα αφρώδη κύματα, πλησίαζε προς το σωτήριο νησί.

Ήδη φαινόταν καθαρά η κορυφή του υψηλού καμπαναριού της εκκλησίας του αγίου Νικολάου, όπου υπηρετούσε ο αξιοσέβαστος γέροντας, πατέρας Νικόλαος. Τελικώς πλευρίσαμε στη μοναδική προβλήτα, στην οποία βρίσκονταν μερικά ψαράδικα, φορτωμένα με την πλούσια ψαριά μικρών, πολύτιμων ψαριών, που στην περιοχή αυτί αποκαλούν αθερίνες. «Πεταχτήκαμε» σώοι από την μπουκαπόρτα. Ευχαριστήσαμε τον ιδιοκτήτη και πηδήξαμε στην αποβάθρα, όπου είχαν μαζευτεί λίγοι ντόπιοι ψαράδες. Μεταξύ αυτών υπήρχαν λίγες γυναίκες, που έβριζαν δυνατά με βαριά, εχθρικά λόγια. Αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν η μοναδική γλώσσα σ' αυτό το πρωτοπόρο σοφχόζ, που προμήθευε τη στεριά με τόνους ψαριών λίμνης, «καρυκευμένα» με τέτοια αισχρά λόγια, από τα οποία κυριολεκτικά δηλητηριαζόταν όλη η γύρω ατμόσφαιρα. Έκπληκτοι από την ελευθεριότητα αυτών των ντόπιων ψαράδων, ρωτήσαμε:
- Μπορούμε ν' αγοράσουμε φρέσκα ψάρια;
Μας πρότειναν μαρίδα, λούτσους, μεγάλους κυπρίνους, καθώς και άλλα είδη ψαριών, τα οποία μόλις τα είχαν βγάλει από τα δίχτυα και ήταν τοποθετημένα σε μεγάλα κιβώτια, που στέκονταν σε ευθεία γραμμή στην αποβάθρα

Επέλεξα και αγόρασα πολύ φθηνά, γύρω στα δέκα κιλά φρέσκα ψάρια. Με μεγάλη χαρά. από την επιτυχή αγορά μας, κατευθυνθήκαμε προς την εκκλησία, όπου. σύμφωνα με τα λόγια του προέδρου, στο σπιτάκι του φύλακα κατοικούσε η δούλη του Θεού Αντωνίνα, η οποία μπορούσε να μας δείξει πώς θα πηγαίναμε στο σπίτι που έμενε ο παππούλης. Αφήσαμε κάτω τις βαριές τσάντες, κτυπήσαμε στο φυλάκιο και περιμέναμε την εμφάνιση αυτής της γυναίκας. Πίσω από τον καγκελωτό φράκτη απλωνόταν μία πράσινη πλαγιά, ευθεία μέχρι τη λίμνη, όπου η όχθη της ήταν στρωμένη με μεγάλους πέτρινους ογκόλιθους, που προκαλούσαν δέος με το παλαιό, αμετάβλητο μεγαλείο τους.
Φυσούσε το φρέσκο, θαλασσινό αεράκι και μπορέσαμε για λίγο να ξεκουραστούμε από το μακρύ ταξίδι και το θαλασσινό κούνημα. Σύντομα άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε μία καλή. μικρόσωμη γυναίκα, η Αντωνίνα. Μας έδειξε ευθεία το δρόμο, όπου, απέναντι από το νεκροταφείο, βρισκόταν ένα πράσινο σπιτάκι, στο οποίο έμενε ο γέροντας. Βλέποντας προς τα πού έπρεπε να πάμε, φορτωθήκαμε τις βαριές τσάντες και ξεκινήσαμε. Τότε η Αντωνίνα μας πρότεινε να μην κουβαλήσουμε τα ψάρια, αλλά να τ' αφήσουμε στο ψυγείο της και να τα πάρουμε στην επιστροφή.


Συμφωνήσαμε, την ευχαριστήσαμε και τρέξαμε προς το κρυφό σπιτάκι. Ένας μεγάλος ογκόλιθος στεκόταν μπροστά στο φράκτη σα να έδειχνε ότι εκεί κατοικούσε ο εκλεκτός του Θεού. Μπαίνοντας στην αυλή, μέσω μίας μικρής αυλόπορτας, πλησιάσαμε την ξύλινη πόρτα και κτυπήσαμε. Ακούστηκε ένα θρόισμα και μετά γρήγορα βήματα. Η πόρτα μισάνοιξε κι ενώπιον μας στεκόταν ο φωτεινός, ασπρομάλλης παππούλης, μ' ένα φθαρμένο γκρίζο αντερί.
-           Πώς βρεθήκατε εδώ; ρώτησε. Είσαστε παππάδες; Και με έκπληξη, απορώντας, ρώτησε πάλι:
-           Πώς φθάσατε έως εδώ;
Γυρίζοντας αμέσως, κατευθύνθηκε γρήγορα από το μισοσκότεινο κατώφλι, αριστερά, στη μικρή κουζίνα. Τον ακολουθήσαμε. Με ζήλο έκανε το σταυρό του και απευθυνόμενος στις εικόνες που ήταν πάνω από το τραπέζι, είπε ενθουσιασμένος:
-           Πόσο ευτυχείς είστε! Πού σας καλεί ο Θεός !!! Πόσο ευτυχείς είστε! Πού σας καλεί ο Θεός!!! Ύστερα, απευθυνόμενος σε μας, είπε:
-           Θα σας προτείνουν χειροτονία, μην αρνηθείτε!
Μετά, με την εξουσία του πνευματικού άνδρα, άρχισε να προφητεύει:
-           Θα γίνετε ιερείς και με τα χέρια σας θα βαπτίσετε τους γονείς σας. Και ξαφνικά αυστηρά πρόσθεσε:
-           Σας αφαιρώ τη Δευτέρα, να μη νηστεύετε αυτή την ημέρα!
Θα πρέπει να πούμε ότι ο πνευματικός μας, από καιρό, μας είχε ευλογήσει να νηστεύουμε την ημέρα αυτή, την αφιερωμένη στις αγγελικές, ουράνιες δυνάμεις, όπως τις άλλες μέρες που οι μοναχοί απέχουν από την αρτύσιμη τροφή. Με μεγάλο ζήλο ακολουθούσαμε τότε όλες τις νηστείες, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό τα τελευταία λόγια του γέροντα μας εξέπληξαν. Αποδείχθηκε ότι με το πνεύμα του διέβλεπε τον κίνδυνο λεπτής έπαρσης, η οποία, εάν δεν αναζητήσεις την ταπείνωση, αφομοιώνεται απαρατήρητα από τον αγωνιστικό άθλο της νηστείας. Μ' αυτό τον τρόπο μας προστάτεψε από τυχόν πειρασμό, διότι εύκολα μπορείς να υποπέσεις στη γοητεία της αυτοεκτίμησης. Έπειτα ο πατέρας Νικόλαος, στρεφόμενος πάλι προς τις εικόνες, κοιτάζοντας προς τα επάνω και κάνοντας το σταυρό του, αναφώνησε:
-           Πού σας καλεί ο Θεός!!! Πόσο ευτυχείς είστε! Πού σας καλεί ο Θεός!!!


Τα μάτια του φωτίστηκαν με μία ακτινοβόλο καθαρότητα. Όλος ευωδίαζε από την αγιότητα.
Πώς λέγεστε; Είστε αδέρφια; ρώτησε, χαμογελώντας τρυφερά. Μαθαίνοντας τα ονόματα μας (τότε μας έλεγαν Μπορίς και Ιακώβ), με παιδική χαρά μας αποκάλεσε Μπορισούλη και Ιακωβούλη. Μας πρότεινε να φάμε φρέσκια ψαρόσουπα, μαγειρεμένη με αθερίνα, όμοια μ' αυτήν που αγοράσαμε στην αποβάθρα. Βάζοντας μεγάλες μερίδες ψαρόσούπας, μας παρηγορούσε με τρυφερές λεξούλες. Η γλώσσα και ο τρόπος που συζητούσε, κατέπληττε με την ασυνήθιστη προφορά και την εκπληκτική τρυφερότητα. Έμοιαζε με παραμυθένιο, θαυμάσιο πρόσωπο κάποιας παρελθούσης, αγίας εποχής, από την ξεχασμένη, παιδική ηλικία. Τότε που όλα τα αισθανόσουν με χαρούμενο, ενθουσιασμένο τρόπο και γύρω σου κυριαρχούσε η αγάπη και η φωτεινή χαρά. Η ψαρόσουπα ήταν τόσο νόστιμη, που δεν αρνηθήκαμε το συμπλήρωμα που μας πρότεινε ο γλυκός παππούλης.


- Ιακωβούλη. φάτε, φάτε! Είστε από το δρόμο κουρασμένοι, μας έλεγε με φροντίδα, βάζοντας στον αδερφό μου. από τη μεγάλη κατσαρόλα, την τελευταία μερίδα της φρέσκιας ψαρόσουπας, μαγειρεμένης από κάποια περιποιητική προσκυνήτρια.
Η ζωντανή, ευλογημένη ατμόσφαιρα αυτής της πατρικής φροντίδας και η αληθινή, ακτινοβόλος αγάπη του αγίου γέροντα τόσο αιχμαλώτισαν τις βασανισμένες ψυχές μας, που δεν γνωρίζαμε πώς να ευχαριστήσουμε το Θεό γι` αυτό το υπέροχο δώρο, να συναντήσουμε και να δούμε με τα μάτια μας τη ζωντανή αγιότητα στο πρόσωπο αυτού του εξαίρετου ανθρώπου. Ταυτοχρόνως, συζητώντας μαζί μας, έβραζε το τσάι στο σαμοβάρ. Μετά μας έβαλε στα παλαιά ποτήρια το ζεστό, ευώδες ρόφημα. Το νόστιμο, ευλογημένο φαγητό σ' αυτό το ήσυχο σπιτάκι και αυτή η αληθινή αγάπη, πράγματι, μας παρηγόρησαν μετά από το μεγάλο ταξίδι.



Στο σπίτι του γέροντα υπήρχε ένας υπερβολικά ήσυχος και έξυπνος
 γάτος, τον οποίο ο πάτερ Νικόλαος αποκαλούσε τρυφερά Λίπουσκα. Ο γέροντας πήρε ένα λεπτό μακρύ ραβδί και το ακουμπούσε στη μύτη του. Χαϊδεύοντας «νουθετούσε» το Λίπουσκα να φέρεται ήσυχα και να περιμένει να τελειώσουμε το φαγητό μας. Μετά τον τάισε με νόστιμο ψάρι. Τέτοια ευλογημένη, συγκινητική εικόνα δεν είδα ποτέ πλέον στη ζωή μου. Αυτή η ζωντανή «συζήτηση» θύμιζε ζωή στον Παράδεισο, όταν, μέχρι την πτώση, ο Αδάμ διέμενε με την Αγάπη του Κυρίου, ζούσε αρμονικά με το περιβάλλον και μ' όλα τα όντα που κατοικούσαν και ήταν χαρισμένα από Αυτόν στον επίγειο παράδεισο. 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ


Εικόνα


Ο Πατήρ Ισίδωρος (εκοιμήθη στις 3 Φεβρουαρίου του 1908, με το παλαιό ημερολόγιο που ακολουθεί η ρωσική εκκλησία) ενώ έζησε στον κόσμο τούτο, δεν ήταν «εκ του κόσμου τούτου».

Μπροστά στο ειρηνικό χαμόγελό του τα γήινα έχαναν το βάρος τους, ενώ οι έγνοιες και τα προβλήματα εξανεμίζονταν.

Οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι», που προσέτρεχαν στην βοήθειά του, ανακουφίζονταν και επέστρεφαν αναπαυμένοι.

Ο Γέρων Ισίδωρος διέμενε στο Ερημητήριο της Γεσθημανή, μια Σκήτη έξω από τη Μόσχα. Ήταν πράος και συγκαταβατικός με όλους: ανθρώπους και ζώα. Ήταν ευσπλαχνικός και έδινε πάντα τροφή στα πουλιά και στα ζώα. Στην Σκήτη του εξέτρεφε ακόμα και τρωκτικά: αρουραίους, ποντίκια, αλλά και βατράχια. Ήθελε να θεραπεύη όλα τα πλάσματα του Θεού.





Μία ημέρα, καθώς βάδιζε, είδε μία γάτα να έχη αρπάξει στα νύχια της ένα πουλάκι και να είναι έτοιμη να το φάη. Με μεγάλο κόπο, ο Πατήρ Ισίδωρος ανάγκασε την γάτα να παρατήση την λεία της. Έτσι το πληγωμένο σπουργιτάκι έγινε μόνιμος κάτοικος του κελλιού του Γέροντα.

Κάποτε τον ρώτησαν, αν τον ενοχλούν τα ποντίκια. Εκείνος χαμογέλασε και είπε:
- Καθόλου δεν μ' ενοχλούν. Τους δίνω μεσημεριανό και βραδινό κι έτσι ησυχάζουν. Πρίν, πηγαινοέρχονταν με μανία γύρω-γύρω στο κελλί. Τώρα, όμως από τότε που άρχισα να τους βάζω την τροφή τους μπροστά στις φωλιές τους, ηρέμησαν. Δεν μ' ενοχλούν στο παραμικρό.


Κάποια άλλη φορά βρισκόταν στην εξοχή με κάποιους πιστούς και είδε ένα βάτραχο να κάθεται πάνω σ' ένα βράχο. Ο Γέροντας τον πλησίασε και έφερε τα μάτια του στο ύψος των ματιών του βατράχου. Έτσι κοιτάζοντάς τον, άρχισε με καθαρή φωνή να ψέλνη τους Ψαλμούς του Δαυΐδ. Μία θεία ενέργεια ξεχύθηκε τότε μέσα από τον σεβάσμιο Γέροντα και κατέκλυσε όλους τους παρευρισκομένους. Ακόμα και ο βάτραχος έμεινε ακίνητος και εκστασιασμένος, όσην ώρα κρατούσαν οι Ψαλμοί.


Ο Πατήρ Ισίδωρος είχε μια βαθειά αγάπη για όλα τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια ...; για ο,τιδήποτε εκινείτο στον αέρα, στο νερό και στην γη, για ο,τιδήποτε φύτρωνε. Αν εύρισκε σπόρο καταγής, τον μάζευε και τον φύτευε στην «Εσώτερη Έρημο», σ' ένα παλιό κονσερβοκούτι, που είχε βρει πεταμένο στον δρόμο. Και συνήθιζε να λέη, ότι αυτό το έκανε, επειδή λυπόταν αυτά τα «σιωπηλά και ήσυχα» παιδιά της γης.



Απόσπασμα από το βιβλίο "Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των Ζώων", επιμέλειας Σίμωνος Μοναχού, πίνακας της ρωσίδας εικαστικού Έλενας Τσερκάσοβα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ




Εικόνα

Εικόνα

Εικόνα



O στάρετς Βαρσανούφιος γεννήθηκε στίς 5 Ιουλίου 1845 στο 'Ορενμπουργκ. Καταγόταν από Κοζά­κους γονείς καί το κοσμικό του όνομα ήταν Παύλος Ίβάνοβιτς Πλεχάνωφ.
 Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Πολοτσκ καί στη συνέχεια αποφοίτησε από τη στρατιωτική Ακαδημία του 'Ορενμπουργκ. Μετά έγινε αξιωματικός του τσαρικού στρατού κι έφτασε ίσαμε το βαθμό του συνταγμα­τάρχη.
Κάποτε αρρώστησε από μιαν απλή πνευμονία, πού όμως παρά λίγο να τον οδηγήσει στο θάνατο. Την ώρα πού κατ' εντολή του ένας στρατιώτης του διάβαζε το ευαγγέλιο έχασε τις αισθήσεις του. Καί τότε είδε ξαφνικά ν' ανοίγει ό ουρα­νός. Από το δυνατό φως καί το φόβο του ταράχτηκε πολύ. Σέ μια στιγμή συνειδητοποίησε το παρελθόν του, την αμαρ­τωλή ζωή του κι ένιωσε έντονη τη διάθεση για μετάνοια. Καί μέσα σ' αυτήν την έκσταση ακούσε μια φωνή να του λέει: «Να πας στην 'Οπτινα».
 Μ'όλο πού οί γιατροί του ήταν απαισιόδοξοι για την έκβαση της υγείας του, ό συνταγματάρχης Παύλος Πλεχά­νωφ έγινε καλά καί πήρε το δρόμο για την 'Οπτινα. Εκεί συνάντησε το στάρετς Αμβρόσιο, ό όποιος του έδωσε εντο­λή να γυρίσει πρώτα για να τακτοποιήσει τίς εκκρεμότητες του καί μετά να πάει στο μοναστήρι. Του έδωσε όμως προ­θεσμία τρεις μήνες. Αν καθυστερούσε περισσότερο, ή ψυχι­κή του βλάβη θα ήταν μεγάλη.Ό Παύλος γύρισε στην Πετρούπολη, αλλά τα εμπόδια πού συνάντησε ήταν μεγάλα. Πρώτα πρώτα του πρόσφεραν προαγωγή σε στρατηγό. Μετά του βρήκαν μια θαυμάσια σύζυγο, έπειτα ο περίγυρος άρχισε να του φέρνει εμπόδια καί να προσπαθεί να τον μεταπείσει. Με δυσκολία κατώρθωσε ό Παύλος να ρυθμίσει τίς εκκρεμότητες του καί να φτάσει στην 'Οπτινα την τελευταία μέρα της τρίμηνης προθεσμίας του, για να βρει όμως το στάρετς Αμβρόσιο μέσα στο ναό, στο φέρετρο του.
  Ό ηγούμενος π. Ανατολίος τον παρέδωσε στην υποταγή του στάρετς Νεκταρίου. Κοντά του ό δόκιμος Παύλος πέρα­σε όλα τα στάδια της μοναχικής υπακοής, έγινε μοναχός με το όνομα Βαρσανούφιος και χειροτονήθηκε ιερομόναχος.
Στή διάρκεια του ρωσοϊαπωνικοϋ πολέμου ό π. Βαρσα­νούφιος κλήθηκε να υπηρετήσει ως εφημέριος στο νοσοκο­μείο του Αγίου Σεραφείμ. Με το τέλος του πολέμου γύρισε στην 'Οπτινα καί διαδέχτηκε ως προϊστάμενος της σκήτης το στάρετς Ιωσήφ.
 Ό π. Βαρσανούφιος ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρ­φωση, αρκετή ευφυΐα καί ακέραιο χαρακτήρα. Ως προϊστά­μενος της σκήτης βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις, πνευμα­τικές καί σωματικές, στην οικοδομική ανανέωση καί την εύρυθμη λειτουργία της. Συνδύαζε αρμονικότατα την αυστηρότητα με την επιείκεια καί τη στοργική αγάπη προς τους αδελφούς της σκήτης. Δε δίσταζε να επιτιμά όταν το έκρινε απαραίτητο, ήταν όμως πολύ σπλαχνικός προς εκεί­νους πού μετανοούσαν.'Οπως κι οι άλλοι γέροντες της 'Οπτινα ήταν κι αυτός μεγάλος ασκητής κι είχε το χάρισμα της προορατικότητας, πού το χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα στην εξομολόγηση.


 Πολλοί άνθρωποι πού επισκέπτονταν τον π. Βαρσανούφιο έγιναν χάρη στίς προσευχές καί τίς συμβουλές του αλη­θινά παιδιά της Εκκλησίας. Ανάμεσα στα πνευματικά του παιδιά συγκαταλέγεται κι ό συγγραφέας Σέργιος Νείλος, πού έμεινε κοντά του στη σκήτη περίπου πέντε χρόνια κι ήταν υπεύθυνος για τα αρχεία του μοναστηρίου.
 Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά τον εύλαβούνταν ιδιαίτερα, δεν έλειψαν όμως καί κείνοι πού δεν τους άρεσε αυτή του ή πνευματική δραστηριότητα. Ό στάρετς αντιμε­τώπισε πολλές δυσκολίες καί πειρασμούς, ιδιαίτερα μετά την κοίμηση του προηγούμενου προϊσταμένου της σκήτης, του στάρετς Ιωσήφ.
  Από το 1909 ό στάρετς Βαρσανούφιος αρρώσταινε όλο καί πιο συχνά. Κι ακόμα συχνότερα άρχισε να μιλάει για το θάνατο του πού πλησίαζε. Γύρω στον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ό π. Αλέξιος ο πορτάρης του 'φερε ένα δέμα πού του είχε στείλει μια μοναχή. Τί είχε μέσα; "Ενα μεγάλο σχήμα των μοναχών. Ό στάρετς ποθούσε από καιρό να γίνει μεγα­λόσχημος. Αυτό όμως το λογάριασε σημαδιακό. — Αυτό είναι ένδειξη ότι το τέλος μου είναι κοντά, είπε.
 Προς το τέλος του 1909 ό στάρετς άρχισε να πηγαίνει όλο καί πιο αραιά στο ναό για τις αγρυπνίες καί τίς πρωινές ακολουθίες. Δεν μπορούσε να πηγαίνει ούτε καί στις μεγά­λες γιορτές των Είσοδίων της Θεοτόκου (πού πανηγύριζε καί το μοναστήρι), της Γέννησης του Χρίστου ή των Θεοφανείων. Σ' αυτές τίς περιπτώσεις ο! ακολουθίες γίνονταν στο κελλί του. Ό στάρετς έλεγε τίς εκφωνήσεις κι οι μονα­χοί διάβαζαν κι έψαλλαν. 'Οσο περνούσε ό καιρός όμως γινόταν καί πιο αδύναμος.Το βράδυ της 11ης Ιουλίου ό π. Βαρσανούφιος έλαβε το μεγάλο καί αγγελικό σχήμα. Τον ανέλαβε ως πνευματικός πατέρας ό π. Νεκτάριος, ένας ιερομόναχος της σκήτης.

  Eκείνη την εποχή στην 'Οπτινα τα πράγματα δεν προμηνύονταν καλά. Μια μεγάλη καταστροφή έμοιαζε να πλησιάζει. Στό μοναστήρι εμφανίστη­καν κάποιοι νέοι μοναχοί πού προέρχονταν από ένα μάλλον πνευματικά χαλαρό περιβάλλον. 'Ηθελαν να κάνουν αλλαγές στο μοναστήρι καί να κλείσουν τη σκήτη, γι' αυτό κι έπιδιώκανε να καταλάβουν κυρίαρχες θέσεις. Ή υπόθεση έμοιαζε να παίρνει διαστάσεις ανοιχτής ρήξης με τους παλιούς γέροντες.Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ν' απομακρυνθεί ό στά­ρετς Βαρσανούφιος από την 'Οπτινα καί να πάει στη μονή Γκολουτβίνσκυ, οπού τον διόρισαν ηγούμενο. Το μοναστήρι αυτό εκείνη την εποχή ήταν εγκαταλειμμένο τόσο εξωτερι­κά, όσο κι εσωτερικά, σε ο,τι δηλαδή είχε σχέση με την εσω­τερική ζωή των μοναχών.Ό στάρετς παρά την ηλικία του, την αρρώστια του αλλά καί τη μεγάλη του πικρία πού απομακρύνθηκε από την 'Οπτινα, μάζεψε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει καί με μια ενεργητικότητα που τον χαρακτήριζε μεν, αλλά ήταν αφύσικη για τις συνθήκες με τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη του μοναστηρίου, έβαλε τα πράγματα σε μια τάξη. Σύντομα το μοναστήρι άρχισε να ορθοποδεί καί ν' ανθίζει. Πόροι όμως δεν υπήρχαν.Στή γύρω περιοχή άρχισε να διαδίδεται πώς στο Γκολουτβίνσκυ ήρθε ένας γέροντας από την 'Οπτινα κι οι προ­σκυνητές έφταναν εκεί ό ένας μετά τον άλλον. Τα έσοδα του μοναστηρίου αυξήθηκαν. Ανάμεσα στους προσκυνητές ήταν καί καλό στεκούμενοι άνθρωποι πού δώριζαν στο μοναστήρι μεγάλα ποσά. Σ' ένα χρόνο μέσα το μοναστήρι ανακαινί­στηκε, ή τράπεζα ξαναχτίστηκε. Μ' όλες του τίς αρρώστιες καί τίς στενοχώριες ό στάρετς βρήκε τη δύναμη να παρουσιάσει ένα πολύ μεγάλο έργο σ' ελάχιστο χρόνο.

    Ολοι αυτοί οι αγώνες όμως κλόνισαν ακόμα περισσότε­ρο την υγεία του. Στίς αρχές του 1913 ξανάκανε την εμφά­νιση της ή παλιά του αρρώστια. Υπόφερε πολύ κι έπεσε στο κρεβάτι. 'Ενα μήνα πρίν από την κοίμηση του αρνήθηκε κάθε ιατρική βοήθεια.— Είμαι στο σταυρό, έλεγε ... Αφήστε με καλύτερα.. .Βλέποντας το θάνατο να πλησιάζει με γοργά βήματα, έγραψε με το εξασθενημένο του χέρι ένα γράμμα στον π. Θεοδόσιο, πού τον είχε διαδεχτεί ως προϊστάμενος της σκή­της.«Στίς θλιβερές ώρες πού περνάω με τίς διάφορες δυσκο­λίες πού συναντώ εδώ, έγραφε ανάμεσα στ' αλλά, με τη σκέ­ψη μου ταξιδεύω στην αγαπημένη μου 'Οπτινα, στη σκήτη . .. "Ισως ό Θεός επιτρέψει να 'ρθω εκεί καί να προετοιμαστώ για την αναχώρηση μου πού εγγίζει. Αποφάσισα να περιμέ­νω μήπως δω κάποιο σημείο από το Θεό .. .»
 Ή καρδιά του ήταν στην "Οπτινα καί δεν ήθελε τίποτ' άλλο, παρά νά πεθάνει εκεί.Φαίνεται όμως πώς δεν ήταν θέλημα Θεού να κοιμηθεί στην 'Οπτινα. 'Αφησε την τελευταία του πνοή στο Γκολουτβίνσκυ, την 1η Απριλίου του 1913. Ως το τέλος του είχε διαύγεια πνευματική. Προσευχόταν συνέχεια στο Χριστό καί την Παναγία κι επικαλούνταν πολλούς αγίους, τους όποιους εύλαβούνταν ιδιαίτερα, καθώς καί τους γέροντες της "Οπτινα πού είχαν ήδη κοιμηθεί. Τα τελευταία του λόγια ήταν για τον παράδεισο.Το σώμα του, καλυμμένο με το μεγάλο καί αγγελικό σχήμα, τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Γκολουτβίνσκυ, οπού έμεινε ως τίς 6 Απριλίου, Σάββατο του Λαζάρου.

 Την ημέρα εκείνη ό επίσκοπος Τρύφων λειτούργησε κι εκφώνησε μια εμπνευσμένη καί ζεστή ομιλία, λέγοντας ανάμεσα στ' αλλά απευθυνόμενος, στο νεκρό:
 « "Ηξερες μόνο ν' αγαπάς, μονό να 'σαι καλός, παρ' όλη τη θάλασσα του μίσους καί των συκοφαντιών πού έπεσε επά­νω σου. "Ολα τα δεχόσουν με υπομονή, όπως ό Ίώβ. Είμαι ό ίδιος μάρτυρας καί το επιβεβαιώνω πώς λόγος κατάκρισης δεν ακούστηκε από σένα για κανέναν. . . Σάν ποιμενάρχης γνωρίζω τί σημαίνουν τέτοιοι γέροντες για μας. 0ι συμβου­λές του ήταν πολύτιμες, γιατί τη μόρφωση του τη συμπλή­ρωνε με την εμπειρία καί το ύψος της μοναχικής ζωής . . .»Το σώμα του, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, μεταφέρθη­κε μετά με ειδικό τρένο μέχρι το Κόζελσκ, κι από κει τον κουβάλησαν κληρικοί στην 'Οπτινα στα χέρια τους. Στίς 9 Απριλίου, Μεγάλη Τρίτη, έγινε ή κηδεία κι ή ταφή του στη σκήτη, παρουσία 21 ιερομόναχων, 4 διακόνων καί πλήθους κόσμου.